Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Γραμματοκιβώτιο

Το κεί­με­νό μας της προ­πε­ρα­σμέ­νης Κυ­ρια­κής («Για­τί σιω­πώ...») φαί­νε­ται πως προ­κά­λε­σε αρ­κε­τές και ποι­κί­λες α­ντι­δρά­σεις, αν κρί­νου­με α­πό τις ε­πι­στο­λές και τα η­λε­κ­τρο­νι­κά μη­νύ­μα­τα που λά­βα­με. Ωστό­σο, δεν θα εν­δώ­σου­με στον πει­ρα­σμό να α­πα­ντή­σου­με, με ε­ξαί­ρε­ση μια πε­ρί­πτω­ση, ό­που έ­γι­νε α­δι­καιο­λό­γη­τη πα­ρα­νά­γνω­ση του κει­μέ­νου. Ο κα­θη­γη­τής κ. Νά­σος Βα­γε­νάς, σε ε­πι­στο­λή του, μας προ­σά­πτει ό­τι τον πα­ρου­σιά­ζου­με ως συγ­γρα­φέα του δη­μο­σιεύ­μα­τος στη ΝΕ­Α Ε­ΣΤΙΑ (Βά­γιος Λα­γε­νάς «Το σκλη­ρό πε­πρω­μέ­νο της “ευ­γε­νι­κής δέ­σποι­νας ποίη­σης” Φι­λη­σίας Στά­θη, το με­τα­μο­ντέρ­νο έ­τος 2009», τχ. 1826, Οκτώ­βριος 2009, σελ. 605-636), το ο­ποίο στά­θη­κε αι­τία του δι­κού μας ε­κτε­νούς σχο­λια­σμού στην Ε­ΠΟ­ΧΗ.
Διευ­κρι­νί­ζου­με ό­τι σε κα­νέ­να ση­μείο του κει­μέ­νου - πράγ­μα που εύ­κο­λα ε­λέγ­χε­ται - ο κ. Ν. Βα­γε­νάς δεν α­να­φέ­ρε­ται - ού­τε καν ως υ­παι­νιγ­μός - ως συγ­γρα­φέ­ας του εν λό­γω δη­μο­σιεύ­μα­τος στη ΝΕ­Α Ε­ΣΤΙΑ. Μέ­νου­με με την α­πο­ρία, τι μπο­ρεί να τον ώ­θη­σε σε έ­να πα­ρό­μοιο συ­μπέ­ρα­σμα. Απο­φεύ­γου­με τη δη­μο­σίευ­ση της ε­πι­στο­λής του, ό­χι λό­γω των δυ­σά­ρε­στων α­να­φο­ρών στο ά­το­μό μας, αλ­λά για­τί α­πο­κα­λύ­πτει στοι­χεία για τον συγ­γρα­φέα του δη­μο­σιεύ­μα­τος στη ΝΕ­Α Ε­ΣΤΙΑ, για τα ο­ποία δεν γνω­ρί­ζου­με εάν ε­πι­θυ­μεί την δη­μο­σιο­ποίη­σή τους. Όσο για την έλ­λει­ψη χιού­μο­ρ, την ο­ποία μας κα­τα­λο­γί­ζει, με­τά την ε­πι­στο­λή του μας γεν­νιέ­ται το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο ο ί­διος δια­θέ­τει στοι­χειώ­δη αί­σθη­ση χιού­μορ. Επί­σης, το να α­ντι­κρού­σου­με τα πε­ρί “ά­κρι­της, ά­δι­κης και προ­σβλη­τι­κής ε­πί­θε­σης” ε­να­ντίον του, θα ή­ταν σαν να πα­ρα­δε­χό­μα­σταν ό­τι έ­χουν κά­ποια υ­πό­στα­ση. Ας μεί­νουν, λοι­πόν, α­σχο­λία­στα.
Μ.Θ.

Ζακυνθινή επιστολογραφία

«Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα»
Τό­μος ΚΘ, 1-2
Άνοι­ξη-Κα­λο­καί­ρι 2009
Ζά­κυν­θος

Το και­νού­ριο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού δεν εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο σε έ­να θέ­μα ή κά­ποιο πρό­σω­πο αλ­λά συ­γκε­ντρώ­νει ποι­κί­λη ύ­λη. Για α­κό­μη μια φο­ρά, η αρ­χή γί­νε­ται με Ξε­νό­που­λο. Ο Δ. Ν. Μου­σμού­της πα­ρου­σιά­ζει τέσ­σε­ρις α­νέκ­δο­τες ε­πι­στο­λές του α­πό τον Δε­κέμ­βριο του 1930 και την ά­νοι­ξη του 1931 προς τον Μιλ­τιά­δη Λι­δω­ρί­κη, τό­τε πρό­ε­δρο της Εται­ρείας Ελλή­νων Θε­α­τρι­κών Συγ­γρα­φέων. Το κα­λο­καί­ρι του 1930, εί­χε α­θλο­θε­τη­θεί α­νά διε­τία, α­πό τον φι­λό­τε­χνο Αντώ­νιο Στα­θά­το, δρα­μα­τι­κός δια­γω­νι­σμός προς ε­νί­σχυ­ση της ελ­λη­νι­κής θε­α­τρι­κής πα­ρα­γω­γής. Ο Ξε­νό­που­λος μα­ζί με τον Τί­μο Μω­ραϊτί­νη εί­χαν ε­κλε­γεί μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής α­πό το διοι­κη­τι­κό συμ­βού­λιο της Εται­ρείας, που, πέ­ρα α­πό τον πρό­ε­δρο, α­παρ­τι­ζό­ταν α­πό τους Κώ­στα Βελ­μύ­ρα και Νι­κό­λαο Λά­σκα­ρη. Δεν γνω­ρί­ζου­με το σχε­τι­κό βι­βλίο του Μου­σμού­τη για τον Στα­θά­τειο Δια­γω­νι­σμό, πά­ντως, οι ε­πι­στο­λές Ξε­νό­που­λου, που κά­που ξε­τρύ­πω­σε, δεν στε­ρού­νται εν­δια­φέ­ρο­ντος. Όπως φαί­νε­ται, ο Ξε­νό­που­λος ερ­γα­ζό­ταν για τον δια­γω­νι­σμό πυ­ρε­τω­δώς. Μέ­χρι τον Δε­κέμ­βριο του 1930 εί­χε δια­βά­σει και α­ξιο­λο­γή­σει 55 έρ­γα, τα ο­ποία υ­πο­βάλ­λο­νταν με α­πο­κρυμ­μέ­νο το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα τους. Με α­φορ­μή το έρ­γο «Ανά­με­σα στους Ανθρώ­πους» του Θεό­δω­ρου Συ­να­δι­νού, προ­τεί­νει μια εύ­στο­χη κα­τά­τα­ξη της ε­πι­τυ­χίας ε­νός έρ­γου: “Επι­τυ­χία ε­κτι­μή­σεως” για ε­κεί­να τα έρ­γα, τα α­λη­θι­νά ευ­συ­νεί­δη­τα και κα­λο­γραμ­μέ­να, που φθά­νουν στο σκο­πό τους ό­χι με πο­λύ χτυ­πη­τά θε­α­τρι­κά μέ­σα. “Επι­τυ­χία κα­τα­πλή­ξεως” για ε­κεί­να τα ψεύ­τι­κα και νό­θα, που ε­πι­στρα­τεύουν χτυ­πη­τά θε­α­τρι­κά μέ­σα. Και “Επι­τυ­χία α­λη­θι­νή”, ό­ταν συν­δυά­ζε­ται η λο­γο­τε­χνι­κή α­ξία με τη θε­α­τρι­κή. Το έρ­γο του Συ­να­δι­νού το το­πο­θε­τού­σε στη δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρία. Ωστό­σο, το έρ­γο α­πέ­σπα­σε το δεύ­τε­ρο βρα­βείο. Γι’ αυ­τό και ο Ξε­νό­που­λος μειο­ψή­φη­σε και ζή­τη­σε να υ­πάρ­ξει σχε­τι­κή α­να­φο­ρά. Πά­ντως, το πρώ­το βρα­βείο δό­θη­κε στον «Αντι­φω­νη­τή» του Άγγε­λου Ση­μη­ριώ­τη κι αυ­τό χά­ρις στις πιέ­σεις που ά­σκη­σε ο Ξε­νό­που­λος. Σύμ­φω­να με τη γνώ­μη του, με­τά την α­νά­γνω­ση 85 έρ­γων, αυ­τό ή­ταν μα­κράν το κα­λύ­τε­ρο.
Ακο­λου­θούν κι άλ­λες α­νέκ­δο­τες ε­πι­στο­λές. Αυ­τή τη φο­ρά, α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία του ι­δρυ­τή του πε­ριο­δι­κού Ντί­νου Κο­νό­μου και της Μι­μί­κας Κρα­νά­κη. Σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κοι, το 1918 γεν­νη­μέ­νος ο Κο­νό­μος, το 1922 η Κρα­νά­κη, γνω­ρί­στη­καν στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του 1940, ό­ταν ο Κο­νό­μος ήρ­θε στην Αθή­να, α­πο­φα­σι­σμέ­νος να εκ­δώ­σει το πε­ριο­δι­κό του. Τα «Επτα­νη­σια­κά Γράμ­μα­τα», ό­πως προ­σω­ρι­νά το τιτ­λο­φο­ρού­σε. Όμως, ο τίτ­λος ή­ταν ή­δη κα­το­χυ­ρω­μέ­νος σε άλ­λον. Έτσι, προέ­κυ­ψαν τα «Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα», που ξε­κί­νη­σαν το 1945. Τό­τε, η Κρα­νά­κη, και ως πα­λιά Δια­πλα­σο­πού­λα, εί­χε συ­στή­σει τον Κο­νό­μο στον Ξε­νό­που­λο. Με μια α­γκα­λιά κόκ­κι­να τρια­ντά­φυλ­λα εί­χαν πά­ει ε­πί­σκε­ψη στον Ζα­κύν­θιο και η Κρα­νά­κη του πα­ρου­σία­σε “το πα­τριω­τά­κι” του, που χρεια­ζό­ταν βοή­θεια. Οι ε­πι­στο­λές, που δη­μο­σιεύο­νται στο τεύ­χος, εί­ναι α­πό την με­τα­γε­νέ­στε­ρη πε­ρίο­δο, 1976-1980. Θυ­μί­ζου­με πως ο Κο­νό­μος πέ­θα­νε το 1990 και η Κρα­νά­κη, στο Πα­ρί­σι, την περ­σι­νή πρω­τα­πρι­λιά. Ήταν μια δια­βο­λι­κή σύ­μπτω­ση, που φαί­νε­ται να έρ­χε­ται α­πό το χώ­ρο του με­τα­φυ­σι­κού, α­φού πά­ντα της ά­ρε­σαν τα α­στεία.
Επί­σης, δη­μο­σιεύο­νται δυο α­νέκ­δο­τες ε­πι­στο­λές του ζω­γρά­φου και α­γιο­γρά­φου Χρή­στου Ρουσ­σέα, α­πό το 1956, προς τις κό­ρες του, τη ζω­γρά­φο Μα­ρία Ρουσ­σέα και τη γνω­στή η­θο­ποιό Τζέ­νη Ρουσ­σέα. Στο σει­σμό του 1953 χά­θη­κε έ­να με­γά­λο μέ­ρος του έρ­γου του Ρουσ­σέα. Το εν­δια­φέ­ρον των ε­πι­στο­λών, ο­που­δή­πο­τε αυ­τές και να δη­μο­σιεύο­νται, ε­παυ­ξά­νουν οι υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις. Ευ­τυ­χώς, στις αλ­λη­λο­γρα­φίες που πα­ρου­σιά­ζο­νται κα­τά και­ρούς στα «Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα», εί­ναι ε­κτε­νείς και ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νες. Εδώ, ο Διο­νύ­σης Σέρ­ρας, που α­να­λαμ­βά­νει το σχο­λια­σμό των ε­πι­στο­λών του Ρουσ­σέα, α­να­φέ­ρε­ται εν ε­κτά­σει στην προ­το­μή Σο­λω­μού, που ε­πρό­κει­το να στη­θεί στο Με­σο­λόγ­γι με α­φορ­μή τους ε­ορ­τα­σμούς για την ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα α­πό το θά­να­το του ποιη­τή. Υπο­ψή­φιοι γλύ­πτες ή­ταν ο Γεώρ­γιος Γεωρ­γίου και ο Νι­κό­λας (Παυ­λό­που­λος), τον ο­ποίο εί­χε συ­στή­σει και ο διευ­θυ­ντής της Σχο­λής Κα­λών Τε­χνών Μι­χά­λης Τό­μπρος, μέ­σω του Γιάν­νη Χατ­ζί­νη. Κα­λοί και φθη­νοί οι γλύ­πτες αλ­λά η προ­το­μή Σο­λω­μού δεν φι­λο­τε­χνή­θη­κε.
Τέ­λος, στο τεύ­χος δη­μο­σιεύο­νται δέ­κα γράμ­μα­τα του Γιάν­νη Πο­μό­νη-Τζα­γκλα­ρά προς τον Νιό­νιο Με­λί­τα. Πι­στεύου­με πως θα χρεια­ζό­ταν ε­κτε­νέ­στε­ρη σύ­στα­ση των δυο αλ­λη­λο­γρά­φων, πέ­ραν της συ­νη­θι­σμέ­νης πα­ρα­πο­μπής του α­να­γνώ­στη σε προ­η­γού­με­να τεύ­χη του πε­ριο­δι­κού. Ίσως, αυ­τές οι ε­πι­στο­λές να έ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρο το­πι­κό εν­δια­φέ­ρον. Ωστό­σο, πα­ρα­μέ­νει γε­νι­κό­τε­ρου εν­δια­φέ­ρο­ντος το «Γλωσ­σά­ριο ι­διω­μα­τι­σμών της αλ­λο­τι­νής ζα­κυν­θι­νής ντο­πιο­λα­λιάς» του Τζα­γκλα­ρά. Με αυ­τούς τους ι­διω­μα­τι­σμούς, οι πα­λιοί Ζα­κύν­θιοι “ε­ποί­κιλ­λαν τον προ­φο­ρι­κό κι ε­νίο­τε και τον έ­ντε­χνο λό­γο τους, και α­κό­μη αρ­τίω­ναν την εκ­φρα­στι­κή τους πλη­ρό­τη­τα”, ό­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γρά­φει.
Στο τεύ­χος δη­μο­σιεύο­νται, ε­κτός α­πό τις ε­πι­στο­λές, ποιή­μα­τα και κεί­με­να για διά­φο­ρα θέ­μα­τα. Ανά­με­σά τους, αυ­τό του Διο­νύ­ση Φλε­μο­τό­μου για «Το Δί­πτυ­χο της εκ­κλη­σίας της Αγίας Μα­ρί­νας των Δρα­γω­ναίων». Βε­βαίως, θα α­πο­ρή­σει ο α­να­γνώ­στης τι εν­δια­φέ­ρον μπο­ρεί να πα­ρου­σιά­ζει έ­να κεί­με­νο για κά­ποιο συ­γκε­κρι­μέ­νο δί­πτυ­χο, ό­ταν πολ­λοί εί­ναι ε­κεί­νοι που α­γνοούν την εκ­κλη­σια­στι­κή ση­μα­σία της λέ­ξης. Κι ό­μως, τα δί­πτυ­χα δεν εί­ναι πα­ρά η ε­πί­ση­μη μορ­φή, με ζω­γρα­φι­κές ή και γλυ­πτές α­να­πα­ρα­στά­σεις, που παίρ­νουν στις εκ­κλη­σίες τα γνω­στά ψυ­χο­χάρ­τια υ­πέρ υ­γείας ή υ­πέρ α­να­παύ­σεως των ψυ­χών, που κι αυ­τά εί­θι­σται να δι­πλώ­νο­νται στα δύο. Μα­ζί με τις εκ­κλη­σίες που κα­τέρ­ρευ­σαν στον κα­τα­στρο­φι­κό σει­σμό του 1953, χά­θη­καν και πολ­λά δί­πτυ­χα και μα­ζί τους οι πο­λύ­τι­μες μαρ­τυ­ρίες, που έ­δι­ναν για τις πα­λιές οι­κο­γέ­νειες και τα μέ­λη τους. Ο Φλε­μο­τό­μος πε­ρι­γρά­φει έ­να α­πό τα λι­γο­στά σω­ζό­με­να, του 1641. Δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για τις ει­κό­νες, ε­νώ κα­τα­γρά­φει και α­πο­κρυ­πτο­γρα­φεί τα ο­νό­μα­τα α­πό τα σω­ζό­με­να σπα­ράγ­μα­τα. Προ­η­γου­μέ­νως, ε­ξη­γεί για­τί η Αγία Μα­ρί­να έ­χει στη Ζά­κυν­θο, αλ­λά και α­πα­ντα­χού στην Ελλά­δα, τό­σες εκ­κλη­σίες προς τι­μή της, πα­ρα­θέ­το­ντας και τα ζα­κυν­θι­νά έ­θι­μα κα­τά την η­μέ­ρα του ε­ορ­τα­σμού της. Το Μα­ρί­να έρ­χε­ται, λέει, α­πό το μα­ραί­νω, κα­θώς η Αγία μα­ραί­νει τα κα­κά και τις αρ­ρώ­στιες. Υπάρ­χει η πί­στη πως μά­χε­ται τους δαί­μο­νες και κά­νει κα­λά τους δαι­μο­νι­σμέ­νους, που α­φθο­νούν σε ό­λες τις ε­πο­χές.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Τα ράσα κάνουν τον παππά

Γκότ­φρη­ντ Κέλ­λε­ρ
«Τα ρού­χα κά­νουν τον άν­θρω­πο»
Ει­σα­γω­γή-Με­τά­φρα­ση:
Εύη Μαυ­ρομ­μά­τη
Εκδό­σεις Γα­βριη­λί­δης
Σε­πτέμ­βριος 2009

Ο δέ­κα­τος τέ­ταρ­τος τό­μος της σει­ράς «Με­τα­φο­ρές», που διευ­θύ­νει ο Δη­μή­τρης Αλε­ξά­κης, πα­ρου­σιά­ζει τον ε­κλε­κτό διη­γη­μα­το­γρά­φο Γκότ­φρη­ντ Κέλ­λερ. Πρό­κει­ται για έ­ναν γερ­μα­νό­φω­νο πε­ζο­γρά­φο του 19ου αιώ­να, που, ό­πως φαί­νε­ται, πα­ρέ­μει­νε μέ­χρι σή­με­ρα α­με­τά­φρα­στος στα ελ­λη­νι­κά. Γε­γο­νός που προ­κα­λεί έκ­πλη­ξη, δε­δο­μέ­νης της ε­ξέ­χου­σας θέ­σης που κα­τέ­χει στη γερ­μα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνία. Στη βι­βλιο­γρα­φία, που πα­ρα­τί­θε­ται στο το­μί­διο, δεν α­να­φέ­ρο­νται αυ­το­τε­λείς εκ­δό­σεις των βι­βλίων του στα ελ­λη­νι­κά. Ού­τε καν κά­ποια με­τά­φρα­ση διη­γή­μα­τός του σε πε­ριο­δι­κό του 19ου ή του 20ου αιώ­να. Επί­σης, δεν δί­νε­ται κα­μία πα­ρα­πο­μπή σε με­λέ­τη έλ­λη­να συγ­γρα­φέα ή και με­τα­φρα­σμέ­νη ξέ­νου, που να α­να­φέ­ρε­ται στον Κέλ­λερ και το έρ­γο του. Δεν διευ­κρι­νί­ζε­ται, ω­στό­σο, αν οι υ­πεύ­θυ­νοι της πα­ρού­σας έκ­δο­σης έ­κα­ναν την α­νά­λο­γη έ­ρευ­να. Η μο­να­δι­κή πα­ρα­πο­μπή της βι­βλιο­γρα­φίας σε ελ­λη­νι­κή πη­γή εί­ναι το λήμ­μα της ε­γκυ­κλο­παί­δειας Πά­πυ­ρος Λα­ρούς Μπρι­τάν­νι­κα. Όσο α­φο­ρά, ό­μως, τις ε­γκυ­κλο­παί­δειες, ο Κέλ­λερ εί­ναι σε ό­λες κα­τα­χω­ρι­σμέ­νος με έ­να, θα λέ­γα­με, ι­κα­νο­ποιη­τι­κό λήμ­μα, το ο­ποίο, κα­τά κα­νό­να, συ­νο­δεύε­ται α­πό φω­το­γρα­φία. Όσο, μά­λι­στα, πα­λαιό­τε­ρη εί­ναι η ε­γκυ­κλο­παί­δεια, τό­σο με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση δί­νε­ται στο α­ντί­στοι­χο λήμ­μα. Επί­σης, μνη­μο­νεύε­ται με λί­γες α­ρά­δες στην τρί­το­μη Ιστο­ρία της Ευ­ρω­παϊκής Λο­γο­τε­χνίας (Εκδό­σεις Σο­κό­λη). Η θέ­ση, ό­μως, που κα­τέ­χει ο Κέλ­λερ στην ευ­ρω­παϊκή λο­γο­τε­χνία, φαί­νε­ται στον τρό­πο που τον α­να­φέ­ρει ο γερ­μα­νός ι­στο­ρι­κός της λο­γο­τε­χνίας Έριχ Άουερ­μπαχ στη με­λέ­τη του «Μί­μη­σις», που με­τα­φρά­στη­κε στα ελ­λη­νι­κά προ τε­τρα­ε­τίας.
Ο Κέλ­λερ γεν­νή­θη­κε στη Ζυ­ρί­χη το 1819, ό­που και πέ­θα­νε το 1890. Κά­ποια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του βίου του θυ­μί­ζουν τον Γεώρ­γιο Βι­ζυη­νό. Ο Κέλ­λε­ρ, ό­πως ο Βι­ζυη­νός, ξε­κί­νη­σε ως ποιη­τής για να ε­ξε­λιχ­θεί σε ση­μα­ντι­κό πε­ζο­γρά­φο. Ο Βι­ζυη­νός μπό­ρε­σε να σπου­δά­σει στη Γο­τίγ­γη της Γερ­μα­νίας χά­ρις στον τρα­πε­ζί­τη Γεώρ­γιο Ζα­ρί­φη. Αντί­στοι­χα ο Κέλ­λε­ρ, κι ε­κεί­νος α­πό φτω­χή οι­κο­γέ­νεια, χά­ρις στον γερ­μα­νό πο­λι­τι­κό πρό­σφυ­γα στην Ζυ­ρί­χη, Άντολφ Λού­ντβιχ Φό­λεν, έ­ναν μαι­κή­να των γερ­μα­νι­κών γραμ­μά­των, μπό­ρε­σε να εκ­δώ­σει τα ποιή­μα­τά του, ε­ξα­σφα­λί­ζο­ντας, τε­λι­κά, μια υ­πο­τρο­φία για σπου­δές στην Χαϊδελ­βέρ­γη. Ο Κέλ­λερ θεω­ρεί­ται ε­θνι­κός συγ­γρα­φέ­ας της γερ­μα­νό­φω­νης Ελβε­τίας, μό­νο που σή­με­ρα το έρ­γο του έ­χει πα­ρα­γκω­νι­στεί α­πό τα έρ­γα των συ­μπα­τριω­τών του, Μαξ Φρις και Φρή­ντριχ Ντύρ­ρεν­μα­τ, οι ο­ποίοι έ­ζη­σαν έ­ναν αιώ­να με­τά α­πό αυ­τόν, κα­λύ­πτο­ντας ό­λο το ά­νοιγ­μα του 20ου αιώ­να, ό­πως ε­κεί­νος του 19ου.
Η Εύη Μαυ­ρομ­μά­τη, που ε­ξε­λίσ­σε­ται σε μια συ­στη­μα­τι­κή με­τα­φρά­στρια α­πό τα γερ­μα­νι­κά, πα­ρα­θέ­τει ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νη ει­σα­γω­γή και έ­να λε­πτο­με­ρές χρο­νο­λό­γιο, το ο­ποίο α­να­δει­κνύε­ται πε­ραι­τέ­ρω χά­ρις στην τυ­πο­γρα­φι­κή ε­πι­μέ­λεια. Απο­ρού­με, μό­νο, για­τί, σε έ­ναν γερ­μα­νό­φω­νο συγ­γρα­φέα, δί­νει α­μι­γώς αγ­γλι­κή βι­βλιο­γρα­φία. Όπως και να έ­χει, α­πό το σύ­νο­λο του έρ­γου του, το ο­ποίο ο ί­διος πρό­λα­βε να εκ­δώ­σει σε δέ­κα τό­μους τον τε­λευ­ταίο χρό­νο της ζωής του, η Μαυ­ρομ­μά­τη ε­πι­λέ­γει έ­να με­γά­λο διή­γη­μα α­πό το δεύ­τε­ρο μέ­ρος της συλ­λο­γής, «Οι άν­θρω­ποι της Ζελ­ντβί­λα», που εκ­δό­θη­κε, για πρώ­τη φο­ρά, το 1874. Οι με­λε­τη­τές του Κέλ­λερ το συ­γκα­τα­λέ­γουν στα ε­πί­λε­κτα, μα­ζί με δύο άλ­λα διη­γή­μα­τα της ί­διας συλ­λο­γής, το «Ρω­μαίος και Ιου­λιέτ­τα στο χω­ριό» και το «Οι τρεις δί­καιοι κτε­νο­ποιοί». Μά­λι­στα, στην υ­πό­θε­ση του συ­γκε­κρι­μέ­νου διη­γή­μα­τος, στη­ρί­χτη­καν, μέ­σα στον 20ο αιώ­να, δυο ται­νίες, μια τη­λε­ται­νία και ε­πί­σης, δυο ό­πε­ρες.
Το εν λό­γω διή­γη­μα, ό­πως, άλ­λω­στε, και τα πε­ρισ­σό­τε­ρα του Κέλ­λε­ρ, θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί νου­βέ­λα. Κι αυ­τό, ό­χι μό­νο λό­γω της έ­κτα­σής του, αλ­λά και για­τί ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στην ψυ­χο­γρά­φη­ση του κε­ντρι­κού ή­ρωα, σκια­γρα­φώ­ντας, ταυ­τό­χρο­να, την κοι­νω­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της ε­πο­χής που γρά­φτη­κε. Από την άλ­λη, ο­λό­κλη­ρη η νου­βέ­λα θα μπο­ρού­σε να δια­βα­στεί σαν έ­να πα­ρά­δειγ­μα της ι­σχύος κα­τά τον πρώι­μο κα­πι­τα­λι­σμό του ρη­τού “τα ρού­χα κά­νουν τον άν­θρω­πο”. Ένα ρη­τό, που φτά­νει να ι­σχύει με α­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη ε­πί­τα­ση μέ­χρι σή­με­ρα. Ο τίτ­λος θυ­μί­ζει την ελ­λη­νι­κή ρή­ση, “τα ρά­σα δεν κά­νουν τον παπ­πά”, το ο­ποίο υ­πο­γραμ­μί­ζει πως η πραγ­μα­τι­κή α­ξία κά­ποιου δεν σταθ­μί­ζε­ται α­πό την ε­ξω­τε­ρι­κή του ει­κό­να αλ­λά έ­γκει­ται στην ποιό­τη­τα του χα­ρα­κτή­ρα του. Με την α­ντι­στρο­φή της ρή­σης εμ­φα­τι­κά στον τίτ­λο, ο Κέλ­λερ α­πο­κα­λύ­πτει ε­ξαρ­χής το βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της γρα­φής του, που εί­ναι η ει­ρω­νεία. Αυ­τή εί­ναι που τον φέρ­νει κο­ντά στον Ροΐδη, με μια, ω­στό­σο, ου­σια­στι­κή δια­φο­ρά. Η ροΐδειος ει­ρω­νεία εί­ναι καυ­στι­κή, ε­νώ του Κέλ­λερ ξε­κι­νά α­πό μια πε­ρι­παι­κτι­κή διά­θε­ση, που φαι­δρύ­νει τις α­φη­γή­σεις του.
Σε γε­νι­κές γραμ­μές η υ­πό­θε­ση της νου­βέ­λας έ­χει ως ε­ξής: Ένας ρα­φτά­κος, κάλ­φας κα­τά το ελ­λη­νι­κό­τε­ρο, μέ­νει χω­ρίς δου­λειά, ό­ταν το α­φε­ντι­κό του, έ­νας ρά­φτης της Ζελ­ντβί­λα, κη­ρύσ­σει πτώ­χευ­ση. Απέ­ντα­ρος, μια κρύα μέ­ρα του Νοέμ­βρη, τρα­βά­ει πε­ζή για τη γει­το­νι­κή πό­λη, την Γκόλ­νταχ. Ο Κέλ­λερ δεν προσ­διο­ρί­ζει ού­τε τον χρό­νο ού­τε τον τό­πο. Και οι δυο πό­λεις, που α­να­φέ­ρει, εί­ναι ε­πι­νο­η­μέ­νες. Η ο­νο­μα­σία της πρώ­της πα­ρα­πέ­μπει σε έ­ναν χα­ρού­με­νο τό­πο και της δεύ­τε­ρης, στο χρυ­σό και τα πλού­τη. Για να ε­πα­νέλ­θου­με, ό­μως, στον ρα­φτά­κο, αυ­τός έ­χει μια κα­λή συ­νή­θεια. Αρέ­σκε­ται στο κομ­ψό ντύ­σι­μο, έ­στω κι αν έ­χει έ­να μό­νο κο­στού­μι και μια ε­ντυ­πω­σια­κή μα­κριά μπέρ­τα. Όπως προϊδεά­ζει ο τίτ­λος, χά­ρις σε αυ­τά, πρώ­τα έ­νας α­μα­ξάς στο δρό­μο και με­τά, οι κά­τοι­κοι της γει­το­νι­κής πό­λης, στην ο­ποία φτά­νει, τον θεω­ρούν για πο­λω­νό α­ρι­στο­κρά­τη. Στην πα­ρε­ξή­γη­ση συμ­βάλ­λει και το ό­νο­μά του, που εί­ναι έ­να γνή­σιο πο­λω­νι­κό ό­νο­μα. Κι αυ­τό, τε­λείως συ­μπτω­μα­τι­κά, α­φού έρ­χε­ται α­πό την πε­ριο­χή της Σι­λε­σίας, που, τον 19ο αιώ­να, κα­τοι­κεί­ται κυ­ρίως α­πό Γερ­μα­νούς. Όμως, ο ρα­φτά­κος εί­ναι έ­νας γνή­σιος Σι­λε­σια­νός. Φύ­σει δει­λός, δι­στά­ζει να δια­λύ­σει το μπέρ­δε­μα, α­πο­δε­χό­με­νος τις πε­ρι­ποιή­σεις, που α­ντι­στοι­χούν στην υ­πο­τι­θέ­με­νη α­ρι­στο­κρα­τι­κή του κα­τα­γω­γή. Όταν ε­πι­τέ­λους βρί­σκει το θάρ­ρος και ε­τοι­μά­ζε­ται ψυ­χο­λο­γι­κά να ο­μο­λο­γή­σει την α­λή­θεια, εμ­φα­νί­ζε­ται μια πα­νέ­μορ­φη κο­πέ­λα, κό­ρη ε­νός πρού­χο­ντα της πό­λης, την ο­ποία και ε­ρω­τεύε­ται κε­ραυ­νο­βό­λα. Προ­σω­ρι­νά, ό­λα φαί­νε­ται να πη­γαί­νουν κα­τ’ ευ­χήν και ε­πί­κει­ται ο γά­μος τους, ό­ταν έ­νας ε­ρω­τι­κός του α­ντί­ζη­λος, που η κο­πέ­λα τον έ­χει α­πορ­ρί­ψει, α­πο­κα­λύ­πτει την α­πά­τη, πα­ρου­σιά­ζο­ντας τον ρα­φτά­κο σαν έ­ναν τυ­χο­διώ­κτη. Ωστό­σο, ό­πως συμ­βαί­νει στα πα­ρα­μύ­θια αλ­λά και τα ρο­μά­ντσα, ο έ­ρω­τας στο τέ­λος θριαμ­βεύει και μα­ζί ε­πα­λη­θεύε­ται το ρη­τό, “τα ρού­χα κά­νουν τον άν­θρω­πο”, α­φού ο ρα­φτά­κος γί­νε­ται έ­νας με­γά­λος και τρα­νός ρά­φτης.
Οι με­λε­τη­τές έ­χουν ε­ντά­ξει τη νου­βέ­λα στο εί­δος της κω­μω­δίας πα­ρε­ξη­γή­σεων. Και πράγ­μα­τι, συμ­βαί­νει σω­ρεία πα­ρε­ξη­γή­σεων. Ωστό­σο, το α­πο­τέ­λε­σμα δύ­σκο­λα θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν κω­μω­δία. Ο α­νά­λα­φρα εύ­θυ­μος χα­ρα­κτή­ρας της α­φή­γη­σης, ε­νι­σχυ­μέ­νος με ρο­μα­ντι­κά στοι­χεία, δεν α­πο­τε­λεί πα­ρά το προ­πέ­τα­σμα για έ­ναν βα­θύ­τε­ρο σκε­πτι­κι­σμό. Σε έ­να ση­μείο, προς το τέ­λος της νου­βέ­λας, ο α­φη­γη­τής ξι­φουλ­κεί ε­να­ντίον της τό­τε κρα­τού­σας κοι­νω­νι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γρά­φει:
«Όταν έ­νας η­γε­μό­νας κα­τα­κτά μια χώ­ρα και τον λαό της· ό­ταν έ­νας ιε­ρέ­ας κη­ρύτ­τει το δόγ­μα της Εκκλη­σίας του δί­χως πει­θώ, αλ­λά τρώει με α­ξιο­πρέ­πεια τις προ­σό­δους που του α­πο­φέ­ρει το α­ξίω­μά του· ό­ταν έ­νας ξι­πα­σμέ­νος δά­σκα­λος κα­τέ­χει και α­πο­λαμ­βά­νει τις τι­μές και τα πλε­ο­νε­κτή­μα­τα ε­νός υ­ψη­λού δι­δα­σκα­λι­κού α­ξιώ­μα­τος, δί­χως να ’χει την πα­ρα­μι­κρή ι­δέα για το με­γα­λείο της ε­πι­στή­μης του ή δί­χως να προ­σπα­θεί να την προά­γει έ­στω και στο ε­λά­χι­στο· ό­ταν έ­νας καλ­λι­τέ­χνης δί­χως α­ρε­τή, με ε­πι­πό­λαια έρ­γα και κού­φια τε­χνά­σμα­τα, γί­νε­ται της μό­δας και κλέ­βει ψω­μί και δό­ξα α­πό τον α­λη­θι­νό δου­λευ­τή· ή ό­ταν έ­νας μπα­γα­πό­ντης, ο ο­ποίος κλη­ρο­νό­μη­σε ή α­πέ­κτη­σε με α­πά­τη το ό­νο­μα κά­ποιου με­γά­λου ε­μπό­ρου, α­πο­σπά α­πό χι­λιά­δες αν­θρώ­πους τις α­πο­τα­μιεύ­σεις τους, α­κό­μη και τις οι­κο­νο­μίες τους για μια έ­κτα­κτη α­νά­γκη, ε­ξαι­τίας της μω­ρίας και της α­συ­νει­δη­σίας του, τό­τε ό­λοι αυ­τοί δεν κλαί­νε για τους ε­αυ­τούς τους, πα­ρά χαί­ρο­νται την ευη­με­ρία τους και δεν μέ­νουν ού­τε έ­να βρά­δυ χω­ρίς δια­σκε­δα­στι­κή συ­ντρο­φιά και κα­λούς φί­λους.
Ο ρά­φτης μας, ό­μως, έ­κλα­ψε πι­κρά για τον ε­αυ­τό του...».
Κα­τά την προ­σφι­λή τους συ­νή­θεια, οι με­λε­τη­τές ε­ντο­πί­ζουν στη νου­βέ­λα πλεί­στα ό­σα δά­νεια α­πό λο­γο­τε­χνι­κά βι­βλία αλ­λά και α­πό πραγ­μα­τι­κά πε­ρι­στα­τι­κά, που α­να­φέ­ρο­νται στις βιο­γρα­φίες του συγ­γρα­φέα. Υπο­στη­ρί­ζε­ται πως τη νου­βέ­λα θα πρέ­πει να την έ­γρα­φε ή, μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, να την μα­γεί­ρευε για αρ­κε­τά χρό­νια. Πά­ντως, οι α­να­φο­ρές του α­φη­γη­τή στην έ­κρυθ­μη πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση της Πο­λω­νίας ε­ντο­πί­ζουν την τε­λι­κή γρα­φή στα χρό­νια 1863-65, ό­ταν ο Κέλ­λερ συμ­με­τεί­χε ως γραμ­μα­τέ­ας στην «Ελβε­τι­κή Επι­τρο­πή για την Πο­λω­νία». Ήταν μια πο­λι­τι­κή και αν­θρω­πι­στι­κή ορ­γά­νω­ση για την πα­ρο­χή βοή­θειας κα­τά την ε­πα­νά­στα­ση, που ξέ­σπα­σε τον Ια­νουά­ριο του 1863, με αί­τη­μα την ε­νο­ποίη­ση της χώ­ρας. Εκτός α­πό τις α­να­φο­ρές στην Πο­λω­νία, στην α­φή­γη­ση δια­κρί­νε­ται κρι­τι­κή διά­θε­ση για την κοι­νω­νι­κοοι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση στη χώ­ρα του, ό­που έ­χει ή­δη αρ­χί­σει να ε­πι­κρα­τεί η θε­ο­ποίη­ση του χρή­μα­τος.
Ο Κέλ­λερ ε­πι­λέ­γει για τα πρό­σω­πα και τους τό­πους δί­ση­μες ο­νο­μα­σίες, πα­ρα­πέ­μπο­ντας, μέ­σω της δευ­τε­ρεύου­σας ση­μα­σίας, στις πολ­λα­πλές δια­στά­σεις της ί­διας της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Για τον ί­διο α­κρι­βώς σκο­πό, ε­πι­στρα­τεύει τα μέ­σα της ποίη­σης, ό­πως η ε­κτε­τα­μέ­νη ει­κο­νο­ποιία και οι με­τα­φο­ρές, ό­ταν πε­ρι­γρά­φει στις ι­στο­ρίες του ρε­α­λι­στι­κές κα­τα­στά­σεις. Γι αυ­τό και το έρ­γο του ε­ντάσ­σε­ται στον γερ­μα­νι­κό ποιη­τι­κό ρε­α­λι­σμό, α­πό τον ο­ποίο δέ­χε­ται ε­πι­δρά­σεις και ο Βι­ζυη­νός. Επί­σης, ο Κέλ­λερ στή­νει συ­χνά σκη­νές, ε­μπνευ­σμέ­νες α­πό τον αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό κό­σμο, κυ­ρίως τον ο­μη­ρι­κό, ό­πως, στη νου­βέ­λα, την αρ­πα­γή της ω­ραίας Νέτ­χεν (αν και το ω­ραία πε­ριτ­τεύει, α­φού το ό­νο­μά της ση­μαί­νει, η ο­μορ­φού­λα), που α­πει­λεί να ο­δη­γή­σει σε έ­ναν νέο τρωι­κό πό­λε­μο. Σε αυ­τές τις πε­ρι­γρα­φές, ο Κέλ­λερ δί­νει τη μορ­φή πα­ρω­δίας, χω­ρίς, ω­στό­σο, το πα­ρα­μι­κρό στοι­χείο χλευα­σμού, ό­πως ε­σφαλ­μέ­νως σχο­λιά­ζε­ται στην ει­σα­γω­γή. Έτσι κι αλ­λιώς, η χλεύη δεν ται­ριά­ζει στους λε­πταί­σθη­τους α­φη­γη­μα­τι­κούς του τρό­πους, πό­σω μάλ­λον μια χλεύη στρε­φό­με­νη ε­να­ντίον ε­νός υ­ψη­λού πρό­τυ­που, ό­πως ή­ταν ο κό­σμος του Ομή­ρου στην ε­πο­χή του Κέλ­λερ.
Από την άλ­λη, ο αμ­φί­ση­μος α­φη­γη­μα­τι­κός τρό­πος του Κέλ­λερ πι­στεύου­με πως δυ­σχε­ραί­νει το έρ­γο του με­τα­φρα­στή. Το γε­γο­νός ό­τι στη σει­ρά «Με­τα­φο­ρές» η ελ­λη­νι­κή α­πό­δο­ση δη­μο­σιεύε­ται α­ντι­κρι­στά με το πρω­τό­τυ­πο, προ­σφέ­ρει την ευ­χέ­ρεια στον με­τα­φρα­στή, με­τα­ξύ μιας πι­στής και μιας ω­ραίας α­πό­δο­σης, κα­τά το γνω­στό με­τα­φρα­στι­κό δί­λημ­μα, να ε­πι­λέ­γει τη δεύ­τε­ρη. Πα­ρό­λα αυ­τά, η Μαυ­ρομ­μά­τη προ­τί­μη­σε μια κα­τά λέ­ξη με­τά­φρα­ση, κα­τα­λή­γο­ντας, με­ρι­κές φο­ρές, σε α­δό­κι­μες στα ελ­λη­νι­κά εκ­φρά­σεις. Ύστε­ρα, με αυ­τήν την τα­κτι­κή, καί­τοι ποιή­τρια η ί­δια, χά­νει μέ­ρος του πο­λύ­τι­μου με­τω­νυ­μι­κού φορ­τίου της α­φή­γη­σης. Όπως και να έ­χει, αυ­τή εί­ναι μια κα­λή αρ­χή για τον Κέλ­λερ στην ελ­λη­νι­κή. Ελπί­ζου­με κά­ποια στιγ­μή να α­κο­λου­θή­σει μια συλ­λο­γή ή έ­να αν­θο­λό­γιο διη­γη­μά­των.
Κα­λο­δε­χού­με­νο θα ή­ταν και το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Κέλ­λε­ρ, που θεω­ρεί­ται ως έ­να α­πό τα κα­λύ­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα διά­πλα­σης, γραμ­μέ­νο, στην πρώ­τη του μορ­φή, μι­σό πε­ρί­που αιώ­να με­τά το κο­ρυ­φαίο μυ­θι­στό­ρη­μα του εί­δους, «Τα χρό­νια της μα­θη­τείας του Βίλ­χελμ Μάι­στερ» του Γκαί­τε. Με ε­πιρ­ροές α­πό αυ­τό, το μυ­θι­στό­ρη­μα του Κέλ­λερ τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Ο πρά­σι­νος Ερρί­κος». Ανι­στο­ρεί τις πε­ρι­πέ­τειες ε­νός έ­φη­βου, που ε­γκα­τα­λεί­πει το σπί­τι του για να γί­νει καλ­λι­τέ­χνης. Ο τίτ­λος κυ­ριο­λε­κτεί μεν, α­φού ό­λα τα ρού­χα του εί­ναι φτιαγ­μέ­να α­πό το έ­να και μο­να­δι­κό τό­πι ύ­φα­σμα που έ­χει η μη­τέ­ρα του, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να δη­λώ­νει πως εί­ναι α­κό­μη ά­γου­ρος, δη­λα­δή α­νώ­ρι­μος. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ε­νώ η με­τά­φρα­ση της ξέ­νης λο­γο­τε­χνίας βρί­σκε­ται σε μό­νι­μη άν­θη­ση, ί­σως και σε βά­ρος της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, α­που­σιά­ζει μια κά­ποια ιε­ράρ­χη­ση στις ε­πι­λο­γές.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Υ­Γ: Στον ου­ρα­νό γυ­ρεύα­με έ­να πε­ζό του Κέλ­λερ με­τα­φρα­σμέ­νο στα ελ­λη­νι­κά και στην «Επο­χή» το βρή­κα­με. Μας το ε­πε­σή­μα­νε ο αυ­τουρ­γός, δη­λα­δή ο με­τα­φρα­στής του, ο σύ­ντρο­φος Θό­δω­ρος Πα­ρα­σκευό­που­λος. Πρό­κει­ται για το διή­γη­μα, «Η Παρ­θέ­νος και ο Διά­βο­λος», α­πό την τε­λευ­ταία συλ­λο­γή του Κέλ­λε­ρ, «Επτά Θρύ­λοι», που εκ­δό­θη­κε το 1872. Δη­μο­σιεύ­τη­κε στις 23 Δε­κεμ­βρίου 2001, με σύ­ντο­μο πρό­λο­γο του Πα­ρα­σκευό­που­λου.

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Γιατί σιωπώ...

Στο τρέ­χον τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Νέα Εστία» (αρ. 1826, Οκτώ­βριος 2009), δη­μο­σιεύε­ται πο­λυ­σέ­λι­δο κεί­με­νο, υ­πό μορ­φή ε­πι­στο­λής προς τον διευ­θυ­ντή του πε­ριο­δι­κού. Υπο­γρά­φε­ται α­πό τον ά­γνω­στο σε ε­μάς Βά­γιο Λα­γε­νά. Ο ε­πι­στο­λο­γρά­φος συ­στή­νε­ται ως φι­λό­λο­γος, συ­ντα­ξιού­χος κα­θη­γη­τής μέ­σης εκ­παί­δευ­σης, γεν­νη­θείς το 1925 στα Βρα­στά, τα ση­με­ρι­νά Βρά­στα­μα, Χαλ­κι­δι­κής. Δη­λώ­νει κά­τοι­κος Πο­λύ­γυ­ρου, ό­που και ε­ξέ­δω­σε προ τριε­τίας το τε­λευ­ταίο βι­βλίο του, «Ισλαν­δι­κά Κέ­νινγ και Ωδαί. Ο Ανδρέ­ας Κάλ­βος α­να­γνώ­στης της Βο­ρείου Ευ­ρω­παϊκής Ποιή­σεως». Ωστό­σο, δια της ε­πι­στο­λής του, δεν δια­μαρ­τύ­ρε­ται για την μη πα­ρου­σία­ση της με­λέ­της του, ό­πως θα εί­χε κά­θε δι­καίω­μα, δε­δο­μέ­νου ό­τι α­νοί­γει έ­να νέο κε­φά­λαιο στο πά­ντο­τε φλέ­γον θέ­μα του Κάλ­βου. Αν ο γη­ραιός φι­λό­λο­γος κα­ταγ­γέλ­λει την α­δια­φο­ρία της κρι­τι­κής, ό­χι μό­νο του πε­ριο­δι­κού αλ­λά και ο­λό­κλη­ρου του λο­γο­τε­χνι­κού χώ­ρου, δεν το κά­νει για το προ­σω­πι­κό του συμ­φέ­ρον αλ­λά για την ε­πί­το­μη έκ­δο­ση των «Ποιη­μά­των» τού προ­σφι­λούς του ποιη­τή Ηλία Λά­γιου. Την α­δια­φο­ρία αυ­τή την θεω­ρεί ε­ντε­λώς α­δι­καιο­λό­γη­τη, ό­ταν, μά­λι­στα, ο εκ­δο­τι­κός οί­κος που στέ­γα­σε τα «Ποιή­μα­τα» δεν εί­ναι ο τυ­χών, αλ­λά ε­κεί­νος των δυο ελ­λη­νι­κών νό­μπελ. Γε­γο­νός που ση­μαί­νει πως τέσ­σε­ρα μό­λις χρό­νια με­τά το θά­να­το του ποιη­τή, σε η­λι­κία 47 ε­τών, το έρ­γο του, που πολ­λοί θεω­ρούν ως ά­νι­σο και προ­σώ­ρας α­νε­παρ­κώς με­λε­τη­μέ­νο, α­να­γνω­ρί­ζε­ται και το­πο­θε­τεί­ται “δί­πλα στα δια­χρο­νι­κά ποιη­τι­κά α­ρι­στουρ­γή­μα­τα των με­γα­λυ­τέ­ρων Ελλή­νων ποιη­τώ­ν”, ό­πως το­νί­ζει.
Πά­ντως, η έκ­φρα­ση της α­γα­νά­κτη­σής του α­πο­τε­λεί μό­νο τον πρό­λο­γο της ε­πι­στο­λής. Όπως σπεύ­δει να διευ­κρι­νί­σει, ο δι­κός του στό­χος εί­ναι να σώ­σει τη φή­μη του κρι­τι­κού Ηλία Λά­γιου, την ο­ποία α­μαύ­ρω­σε “έ­να τε­ρά­στιο φι­λο­λο­γι­κό λά­θος”. Συ­γκε­κρι­μέ­να, ο Λά­γιος, σε πα­λαιό­τε­ρο δη­μο­σίευ­μά του (πε­ριο­δι­κό «Ωλήν», τχ. 4, Απρί­λιος-Μάιος 1981), ε­ξαί­ρει την ποιή­τρια Φι­λη­σία Στά­θη, στη­ρί­ζο­ντας την ε­κτί­μη­σή του σε μό­λις τρία ποιή­μα­τά της, που ε­ντό­πι­σε σε δύο τεύ­χη της «Νέ­ας Εστίας» του 1951. Πρό­σφα­τα, “νε­α­ρός ελ­λη­νι­στής”, ο­νό­μα­τι Αρι­στο­τέ­λης Σαΐνης, σε άρ­θρο του (πε­ριο­δι­κό «Πόρ­φυ­ρας», τχ. 130, Ια­νουά­ριος-Μάρ­τιος 2009), σχο­λιά­ζο­ντας, πα­ρε­μπι­πτό­ντως, το πρώι­μο έρ­γο του Λά­γιου, α­να­φέ­ρε­ται στην εν λό­γω ποιή­τρια ως πρό­σω­πο ε­πι­νο­η­μέ­νο α­πό τον ποιη­τή, το­πο­θε­τώ­ντας την δί­πλα στα άλ­λα δυο γνω­στά προ­σω­πεία του Λά­γιου, τον Αλέ­ξη Φω­κά και τον Γε­ρά­σι­μο Σπα­νο­δη­μη­τρα­κό­που­λο.
Ο γη­ραιός φι­λό­λο­γος κα­τα­φέ­ρε­ται ε­να­ντίον “σύσ­σω­μης της κρι­τι­κής, τό­σο της πα­νε­πι­στη­μια­κής ό­σο και της α­ρι­στε­ρής ή ε­λευ­θέ­ρας σκο­πεύ­σεως”, για­τί πα­ρέ­μει­νε βου­βή προ αυ­τού “του α­νι­στό­ρη­του φι­λο­λο­γι­κού ο­λι­σθή­μα­τος”. Πα­ρα­τάσ­σει κα­τά σει­ρά, υ­πό την μορ­φή ρη­το­ρι­κών ε­ρω­τη­μά­των, τα ο­νό­μα­τα των, κα­τά την κρί­ση του, δό­κι­μων κρι­τι­κών, που σιώ­πη­σαν. Και μά­λι­στα, χω­ρίς τα βα­φτι­στι­κά τους ο­νό­μα­τα, δείγ­μα α­πα­ξιω­τι­κής οι­κειό­τη­τας. Πα­ρα­δό­ξως ε­ξαι­ρεί τον γνω­στό φι­λό­λο­γο και ε­πι­στή­θιο φί­λο τού ποιη­τή, Νά­σο Βα­γε­νά. Απο­ρού­με, δεν έ­χει φτά­σει μέ­χρι τις πλα­γιές του Χο­λο­μώ­ντα, το κύ­ρος των ε­πι­φυλ­λί­δων “του έν­δο­ξου πα­νε­πι­στη­μια­κού Αθα­να­σίου Βα­γε­νά”, ό­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τον α­πο­κα­λεί σε άλ­λο ση­μείο της ε­πι­στο­λής του; Δεν θα αρ­κού­σε ά­ρα­γε έ­να α­πό τα μη­νιαία, η­μι­σε­λί­δια κεί­με­να τού εν λό­γω πα­νε­πι­στη­μια­κού για να γνω­ρί­σει το πα­νελ­λή­νιο “τα λά­για ποιή­μα­τα” και ταυ­τό­χρο­να, το μο­να­δι­κό κρι­τι­κό αι­σθη­τή­ριο του α­πο­θα­νό­ντος ποιη­τή, ό­πως πε­ρί­τρα­να το ε­πέ­δει­ξε στην πε­ρί­πτω­ση της α­φα­νούς Φι­λη­σίας Στά­θη;
Προ­χω­ρά­ει, ό­μως, α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο στις ε­πι­κρί­σεις του ο γη­ραιός φι­λό­λο­γος, κα­τη­γο­ρώ­ντας τους κρι­τι­κούς πως δεν δια­βά­ζουν τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά και πως, αν τυ­χόν τα δια­βά­ζουν, δεν τα κα­τα­λα­βαί­νουν. Εί­τε πρό­κει­ται για το βρα­χύ­βιο «Ωλήν» εί­τε για έ­να α­ξιό­λο­γο πε­ριο­δι­κό λό­γου και τέ­χνης, ό­πως χα­ρα­κτη­ρί­ζει τον κερ­κυ­ραϊκό «Πόρ­φυ­ρα». Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, α­πο­ρού­με πως έ­νας τό­σο προ­σε­κτι­κός φι­λό­λο­γος α­να­φέ­ρει ως διευ­θυ­ντή του πε­ριο­δι­κού τον Θε­ο­δό­ση Πυ­λα­ρι­νό α­ντί των α­νέ­κα­θεν εκ­δο­τών και διευ­θυ­ντών του, Δη­μή­τρη Κο­νι­δά­ρη και Πε­ρι­κλή Πα­γκρά­τη. Μπο­ρεί ο Πυ­λα­ρι­νός να εί­ναι “σε­βα­στός κα­θη­γη­τής της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας στο Ιό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο”, ό­πως τον πα­ρου­σιά­ζει, στο πε­ριο­δι­κό, ω­στό­σο, ε­πέ­χει θέ­ση μό­νο συμ­βού­λου έκ­δο­σης.
Ας πε­ριο­ρι­στού­με, ό­μως, στο ση­μείο της ε­πι­στο­λής, που μας θί­γει προ­σω­πι­κά. Στους έ­γκρι­τους κρι­τι­κούς, πα­ρα­δό­ξως, πε­ρι­λαμ­βά­νει και ε­μάς, πα­ρό­λο που η πα­ρου­σία μας πε­ριο­ρί­ζε­ται σε δυο έ­ντυ­πα, τα ο­ποία δεν θα πρέ­πει να πα­ρα­κο­λου­θεί. Το έ­να, λό­γω μι­κρής κυ­κλο­φο­ρίας και το άλ­λο, λό­γω του “χα­ρού­με­νου” χα­ρα­κτή­ρα του, ό­πως κά­που πα­ρα­τη­ρεί, το ο­ποίο πρέ­πει να α­πω­θεί έ­να σο­βα­ρό φι­λό­λο­γο του δι­κού του α­να­στή­μα­τος. Ίσως πά­λι, να γνω­ρί­ζει την κρι­τι­κή μας πα­ρου­σία α­πό την πα­λαιό­τε­ρη συ­νερ­γα­σία μας στις βι­βλιο­φι­λι­κές σε­λί­δες του «Βή­μα­τος», ό­πως θαυ­μα­στι­κά τις χα­ρα­κτη­ρί­ζει. Αν και το πι­θα­νό­τε­ρο εί­ναι να ε­πε­σή­μα­νε την πα­ρου­σία μας χά­ρις στις ευά­ριθ­μες βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις, που εί­χα­με την ευ­και­ρία να δη­μο­σιεύ­σου­με στη «Νέα Εστία», την ο­ποία και θεω­ρεί την κο­ρω­νί­δα των λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών.
Ει­δι­κά, ε­μάς, ο γη­ραιός λό­γιος μας ε­γκα­λεί με το ε­ρώ­τη­μα: «Για­τί σιω­πά η Θε­ο­δο­σο­πού­λου;» Άκρως προ­σβλη­τι­κό, κα­θό­σον με­θερ­μη­νευό­με­νο υ­πο­νο­εί πως κά­ποιον κα­λύ­πτου­με δια της σιω­πής μας. Όπου, εν προ­κει­μέ­νω, δεν μπο­ρεί πα­ρά να πρό­κει­ται για τον Αρι­στο­τέ­λη Σαΐνη και στην χει­ρό­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, που δεν θέ­λου­με ού­τε να την σκε­φτού­με, για κά­ποιους σκο­τει­νούς κύ­κλους, που ζη­τούν να υ­πο­βαθ­μί­σουν το έρ­γο του πρόω­ρα χα­μέ­νου ποιη­τή. Να α­πα­ντή­σου­με ευ­θαρ­σώς. Δεν γνω­ρί­ζου­με τον Αρι­στο­τέ­λη Σαΐνη.
Μά­λι­στα ο­μο­λο­γού­με πως μέ­χρι πρό­τι­νος, λό­γω του ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μού του, που προ­σφέ­ρε­ται για πα­ρε­τυ­μο­λό­γη­ση, θεω­ρού­σα­με πως πρό­κει­ται για ψευ­δώ­νυ­μο. Συ­γκε­κρι­μέ­να, πι­στεύα­με πως εί­ναι ψευ­δώ­νυ­μο του γνω­στού συγ­γρα­φέα και κρι­τι­κού Κώ­στα Βούλ­γα­ρη. Κι αυ­τό, για­τί συ­να­ντή­σα­με για πρώ­τη φο­ρά το ό­νο­μά του σε συ­να­γω­γή κει­μέ­νων για τον Γιάν­νη Πά­νου, που εί­χε ε­τοι­μά­σει ο Βούλ­γα­ρης και ό­που ο Σαΐνης υ­πέ­γρα­φε ως συ­ντά­κτης της βι­βλιο­γρα­φίας. Εκεί, κα­τα­γρά­φο­νταν και δη­μο­σιεύ­μα­τα α­πό το «Ex Libris» της «Επο­χής», το ο­ποίο ε­λά­χι­στοι πα­ρα­κο­λου­θούν. Με­τα­ξύ αυ­τών, θέ­λου­με να πι­στεύου­με και ο Βούλ­γα­ρης. Πα­ρα­δό­ξως, ο γη­ραιός φι­λό­λο­γος δεν τον συ­γκα­τα­λέ­γει στους έ­γκρι­τους κρι­τι­κούς, πα­ρό­τι, μά­λι­στα, φέ­ρε­ται και αυ­τός ως ε­πι­στή­θιος φί­λος του ε­κλι­πό­ντος ποιη­τή. Όπως και να έ­χει, την α­λη­θή ύ­παρ­ξη του Σαΐνη, την α­ντι­λη­φθή­κα­με, ό­ταν έ­φθα­σε στα χέ­ριά μας το ε­πι­βλη­τι­κό, σε ό­γκο και ό­χι μό­νον, μυ­θι­στό­ρη­μα του Βα­σί­λη Βα­σι­λι­κού, «Γλαύ­κος Θρα­σά­κης», του ο­ποίου έ­χει την ε­πι­μέ­λεια.
Απο­μέ­νει η ά­κρως δυ­σμε­νής για ε­μάς εκ­δο­χή πως δεν δια­βά­ζου­με γε­νι­κώς τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά και ει­δι­κώς, τον «Πόρ­φυ­ρα». Με άλ­λα λό­για, ό­τι α­νή­κου­με στη χο­ρεία ε­κεί­νων, που συμ­φω­νούν με την δη­μο­σιο­γρά­φο Όλγα Σελ­λά, ει­δι­κή σε πα­ντοία πε­ρί το βι­βλίο θέ­μα­τα, πως τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, “με με­γά­λη πα­ρά­δο­ση και με­γά­λη δια­δρο­μή”, συ­νε­χί­ζουν “α­σθαί­μο­ντας” μια “α­νέ­μπνευ­στη πο­ρεία”. Ωστό­σο, α­κό­μη και έ­τσι, το συ­γκε­κρι­μέ­νο τεύ­χος α­πο­κλειό­ταν να μην το δια­βά­σου­με. Αρκεί να θυ­μί­σου­με πως το 130ο τεύ­χος του «Πόρ­φυ­ρα» συ­νι­στά σταθ­μό στην ε­μπνευ­σμέ­νη πο­ρεία του πε­ριο­δι­κού, συ­γκρι­νό­με­νο μό­νο με ε­κεί­νο του Κάλ­βου. Κι αυ­τό, για­τί εί­ναι εξ ο­λο­κλή­ρου α­φιε­ρω­μέ­νο σε έ­ναν “α­πό τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους ποιη­τές της γε­νιάς του ’70, τον σπου­δαίο θεω­ρη­τι­κό, πα­νε­πι­στη­μια­κό δά­σκα­λο με πο­λυε­τή θη­τεία, ...έ­ναν α­πό τους βα­σι­κό­τε­ρους πα­ρά­γο­ντες της με­τα­πο­λε­μι­κής λο­γο­τε­χνίας μας. Τον Νά­σο Βα­γε­νά.” Αυ­τά, σύμ­φω­να με το προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα του τεύ­χους, που φέ­ρει τον εμ­φα­τι­κό τίτ­λο, «Μία ο­φει­λή». Ένα πα­ρό­μοιο α­φιέ­ρω­μα δεν το δια­βά­ζει κα­νείς, το ξε­κο­κα­λί­ζει μέ­χρι του ύ­στα­του, δέ­κα­του τρί­του κει­μέ­νου, που εί­ναι αυ­τό του Σαΐνη. Κι ας εί­ναι το τρί­το στη σει­ρά, που ου­σια­στι­κά κα­λύ­πτει στο ί­διο θέ­μα, δη­λα­δή α­φο­ρά έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο βι­βλίο του τι­μώ­με­νου ποιη­τή. Τό­τε, πώς συ­νέ­βη και δεν α­ντι­λη­φθή­κα­με την σύγ­χυ­ση ε­νός υ­παρ­κτού προ­σώ­που, ό­πως η Φι­λη­σία Στά­θη, με τα δυο λά­για προ­σω­πεία;
Μπο­ρεί ό­ντως να μην δια­θέ­του­με την α­παι­τού­με­νη φι­λο­λο­γι­κή σκευή, ώ­στε να κα­τα­νοού­με πά­ντο­τε τι δια­βά­ζου­με. Σε αυ­τό το ση­μείο, και ό­σο α­φο­ρά την πε­ρί­πτω­σή μας, δεν έ­χει ά­δι­κο ο γη­ραιός φι­λό­λο­γος. Ωστό­σο, φι­λο­πε­ρίερ­γοι ό­ντες, σπεύ­σα­με να ε­ξα­κρι­βώ­σου­με κα­τά πό­σο εί­ναι υ­παρ­κτά τα ί­χνη της Στά­θη, που α­να­φέ­ρει ο ποιη­τής. Και γι’ αυ­τό δεν χρεια­ζό­ταν μια πλή­ρης σει­ρά της μα­κρό­βιας «Νέ­ας Εστίας», ό­πως αυ­τή που φυ­λάσ­σε­ται στο Αρχο­ντι­κό των Για­τρά­δων και στην ο­ποία κα­τέ­φυ­γε ο γη­ραιός φι­λό­λο­γος. Αρκού­σαν τα ευ­ρε­τή­ρια του πε­ριο­δι­κού, έ­να θεά­ρε­στο έρ­γο ο­μά­δας φοι­τη­τών του κα­θη­γη­τή Γεωρ­γίου Ζώ­ρα, το ο­ποίο έ­γι­νε υ­πό την κα­θο­δή­γη­σή του. Άλλοι και­ροί, λι­γό­τε­ρο ω­φε­λι­μι­στι­κοί, τό­τε οι κα­θη­γη­τές πα­ρό­τρυ­ναν τους μα­θη­τές τους σε έρ­γα γε­νι­κό­τε­ρης χρη­σι­μό­τη­τας. Έτσι ε­ντο­πί­σα­με τα τρία ποιή­μα­τα της Φι­λη­σίας Στά­θη στους τό­μους 49 και 50 του 1951. Ταυ­τό­χρο­να, και χω­ρίς την ερ­γώ­δη προ­σπά­θεια που κα­τέ­βα­λε ο γη­ραιός φι­λό­λο­γος, ε­ντο­πί­σα­με και το δι­κό του εύ­ρη­μα. Ένα α­κό­μη ποίη­μα τής Στά­θη, πά­λι στη «Νέα Εστία», στον 18ο τό­μο του 1935. Να πα­ρα­δε­χτού­με πως σε αυ­τό το ση­μείο εί­χα­με εν­θου­σια­στεί. Μέ­χρι, που, για μια στιγ­μή, μας πέ­ρα­σε η ι­δέα να δη­μο­σιεύ­σου­με το εύ­ρη­μά μας. Κα­τό­πιν ό­μως ω­ρι­μό­τε­ρης σκέ­ψης, συ­νε­χί­σα­με να α­να­ζη­τού­με κι άλ­λα ί­χνη της ποιή­τριας. Και πράγ­μα­τι, ε­ντο­πί­σα­με δυο α­κό­μη ποιή­μα­τά της, αυ­τή τη φο­ρά, ε­κτός «Νέ­ας Εστίας», τα ο­ποία και πα­ρα­θέ­του­με. Όσο α­φο­ρά τα βιο­γρα­φι­κά της ποιή­τριας, γνω­ρί­ζα­με κά­ποια στοι­χεία για την πα­τρι­κή της οι­κο­γέ­νεια. Μέ­χρι που δια­βά­σα­με στην ε­πι­στο­λή του συ­ντα­ξιού­χου φι­λό­λο­γου ό­τι η Φι­λη­σία Στά­θη εί­ναι η σύ­ζυ­γος του Πα­ντε­λή Που­λιό­που­λου.
Ο γη­ραιός λό­γιος δράτ­τε­ται της ευ­και­ρίας και μα­κρη­γο­ρεί για “την ευ­γε­νι­κή πο­λι­τι­κή φυ­σιο­γνω­μία του πρω­το­πό­ρου και δια­νοού­με­νου”, ό­πως α­πο­κα­λεί τον Που­λιό­που­λο. Εμφα­νί­ζε­ται, μά­λι­στα, ε­ξαι­ρε­τι­κά ε­νη­με­ρω­μέ­νος γύ­ρω α­πό το α­ρι­στε­ρό κί­νη­μα στην Ελλά­δα και δη, στις πλέ­ον α­θέ­α­τες πτυ­χές του. Από την άλ­λη, λό­γω και η­λι­κίας, α­να­με­νό­με­νος εί­ναι ο λαν­θά­νων α­ντι­κομ­μου­νι­σμός του, κα­θώς και η πα­ντε­λής α­πο­σιώ­πη­ση των θέ­σεων, που υ­πε­ρα­σπί­στη­κε ο Που­λιό­που­λος στη δε­κα­ε­τία του ’20, α­φού α­φο­ρούν καυ­τά μέ­χρι σή­με­ρα ε­θνι­κά ζη­τή­μα­τα. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, να ση­μειώ­σου­με ό­τι ο Που­λιό­που­λος δεν α­νέ­λα­βε, α­πλώς, την η­γε­σία του ΚΚΕ για έ­να μι­κρό διά­στη­μα, το 1924, ό­πως δια­τυ­πώ­νε­ται στην ε­πι­στο­λή. Υπήρ­ξε ο πρώ­τος γραμ­μα­τέ­ας του Κόμ­μα­τος. Κα­τέ­χει αυ­τόν τον ι­στο­ρι­κά ση­μαί­νο­ντα τίτ­λο, δε­δο­μέ­νου ό­τι ε­κλέ­χτη­κε, Σε­πτέμ­βριο 1923, στο 3ο έ­κτα­κτο συ­νέ­δριο του Σο­σια­λι­στι­κού Εργα­τι­κού Κόμ­μα­τος Ελλά­δος (ΣΕ­ΚΕ), κα­τά το ο­ποίο ο εν λό­γω κομ­μα­τι­κός σχη­μα­τι­σμός ε­ντάχ­θη­κε στην Κου­μου­νι­στι­κή Διε­θνή και με­το­νο­μά­στη­κε σε Κου­μου­νι­στι­κό Κόμ­μα Ελλά­δος. Πα­ρέ­μει­νε στη θέ­ση του γραμ­μα­τέα μέ­χρι το 3ο Τα­κτι­κό Συ­νέ­δριο, Μάρ­τιο 1927, ο­πό­τε και α­πο­μα­κρύν­θη­κε. Ήταν τρία χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος του Νί­κου Ζα­χα­ριά­δη, γεν­νη­θείς στη Θή­βα στις 10 Μαρ­τίου 1900, και ε­κτε­λέ­στη­κε στις 6 Ιου­νίου 1943, τριά­ντα χρό­νια πριν τον ά­δο­ξο θά­να­το (αυ­το­κτο­νία;) του Ζα­χα­ριά­δη.
Σε αυ­τό το ση­μείο, θα θέ­λα­με να ε­πι­ση­μά­νου­με το πρό­βλη­μα που δη­μιουρ­γεί το βα­φτι­στι­κό ό­νο­μα της συ­ζύ­γου του Που­λιό­που­λου. Εί­ναι Φι­λή­σια, ό­πως το βρί­σκου­με σε ό­λες τις πη­γές, ή Φι­λη­σία, κα­θώς το πα­ρα­τό­νι­σε ο Λά­γιος και το κρά­τη­σαν ο Σαΐνης και ο ε­πι­στο­λο­γρά­φος; Ο γη­ραιός φι­λό­λο­γος θα πρέ­πει να κα­τα­λή­ξει, α­φού, ό­πως α­πο­κα­λύ­πτει, έ­χει σχε­δόν έ­τοι­μη “αν­θο­λο­γία Ελλή­νων α­φα­νών ποιη­τών του 20ου αιώ­να”. Συ­μπλη­ρώ­νο­ντας το λήμ­μα της Φι­λη­σίας Στά­θη, κα­λό θα ή­ταν να τσε­κά­ρει και την κα­τα­γω­γή της. Νη­σιώ­τισ­σα μεν, αλ­λά ό­χι α­πό την Νά­ξο. Με την ευ­και­ρία ε­πι­ση­μαί­νου­με και δυο λαν­θα­σμέ­νες α­να­φο­ρές στην ε­πι­στο­λή (πι­θα­νώς, τυ­πο­γρα­φι­κά σφάλ­μα­τα): το “μί­νι” α­φιέ­ρω­μα της «Νέ­ας Εστίας» στον Ηλία Λά­γιο βρί­σκε­ται στον τό­μο 164 (και ό­χι στον 64) και η κρι­τι­κή για το βι­βλίο του Κώ­στα Πα­πα­χρί­στου, «Ο ά­γνω­στος Πα­πα­δια­μά­ντης», α­πό τον παπ­πού του ποιη­τή, Ηλία Λά­γιο (ό­πως ο εγ­γο­νός του, ού­τε ε­κεί­νος πα­ρέ­θε­τε το αρ­χι­κό του πα­τρώ­νυ­μου) δη­μο­σιεύ­τη­κε στη «Νέα Εστία», στις 15 Απρι­λίου 1947 (και ό­χι τον Αύ­γου­στο). Τέ­λος, ας μας ε­πι­τρα­πεί να πα­ρα­τη­ρή­σου­με πως η α­να­φο­ρά στον Αλέ­ξαν­δρο Αργυ­ρίου, με τον προσ­διο­ρι­σμό, ο πά­λαι πο­τέ Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου, εί­ναι του­λά­χι­στον ά­κομ­ψη. Ελπί­ζου­με, ό­μως, να έ­χου­με την ευ­και­ρία μιας δια ζώ­σης συ­ζή­τη­σης μα­ζί του με­θαύ­ριο κα­τά την πα­ρου­σία­ση των “λά­γιων ποιη­μά­τω­ν” στο Μου­σείο Μπε­νά­κη. Πο­λύ μας έ­θλι­ψε που δεν θα τον πα­ρου­σιά­σει ο υ­πουρ­γός Πο­λι­τι­σμού, ό­πως εί­χε α­κου­στεί, ού­τε καν ο πα­νε­πι­στη­μια­κός και ε­πι­στή­θιος φί­λος του Νά­σος Βα­γε­νάς. Αντ’ αυ­τών, θα μι­λή­σουν δυο ποιη­τές, ο Κώ­στας Κου­τσου­ρέ­λης και ο Δη­μή­τρης Κο­σμό­που­λος, με πρώ­το ο­μι­λη­τή, τον Αρι­στο­τέ­λη Σαΐνη. Το πι­θα­νό­τε­ρο, οι διορ­γα­νω­τές να μην ε­νη­με­ρώ­θη­καν για την ε­πι­στο­λή. Πώς, ό­μως, εί­ναι δυ­να­τόν, α­φού ο Νά­σος Βα­γε­νάς, που συ­ντο­νί­ζει την βρα­διά, δη­μο­σιεύει στις πρώ­τες σε­λί­δες του ί­διου τεύ­χους μα­κριά ποιη­τι­κή σύν­θε­ση καλ­βι­κής ε­μπνεύ­σεως; Οι συγ­γρα­φείς, ό­μως, εί­ναι τό­σο υ­πέ­ρο­χοι νάρ­κισ­σοι, που ο­λό­κλη­ρος ο κό­σμος σβή­νει μπρο­στά στο έρ­γο τους. Δεν α­πο­κλείε­ται ού­τε καν να φυλ­λο­μέ­τρη­σε το υ­πό­λοι­πο τεύ­χος.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λανθάνοντα ποιήματα της Φιλήσιας Στάθη

Σ’ ΑΓΑΠΩ

Σ’ αγαπώ.
και τ’ αντίκρυσμά σου
σαν το τρίμερο φεγγάρι
το χρυσό!
– Όνειρο ταξιδεμένο
στο γαλάζιον ουρανό
το μενεξεδένιο
δειλινό.

Σ’ αγαπώ
Και η θύμησή σου
στον καημό μου χάδι
τρυφερό φιλί.
Και στης έγνιας μου τη νύχτα
την πηχτή
τριανταφυλλένιο
της αυγής μαγνάδι.

Σ’ αγαπώ.
Και φτερά χιονάτα
λούλουδα κι’ αστέρια λαμπερά
–ξωτικό μπαλλέτο–
γύρω μου χορεύουν
όνειρα κι’ αγάπες
στο σκοπό
της καρδιάς μου τρέμουν.
Σ’ αγαπώ.

20 Μαΐου 1939

ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΟΥ

Στο παράθυρό μου
μια γαρουφαλιά
μέσα σε μια γλάστρα
λουλουδίζει.
Στο παράθυρό μου
χρυσαφένιο φως
στ’ ανοιχτό του τζάμι
παιχνιδίζει.
(Στης αγάπης το χρυσό κλουβί
η καρδιά μου τρέμει σα μικρό
πουλί)
Και την κάμαρά μου
με μοσχοβολιά
ο ανθός – μεθύσι
πλημμυρίζει.
Και την κάμαρά μου
ρόδο δειλινό
σαν παραμυθένια
χρωματίζει.
(Στου ονείρου τ’ άσπρο το φτερό
η καρδιά μου στήνει ξωτικό χορό).

9 Δεκεμβρίου 1939

Περί εξωφύλλων...



















Δυο βι­βλία της φθι­νο­πω­ρι­νής σο­δειάς, που κυ­κλο­φό­ρη­σαν σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς εκ­δο­τι­κούς οί­κους, έ­χουν, κα­τά δια­βο­λι­κή σύ­μπτω­ση, πα­ρεμ­φε­ρή ε­ξώ­φυλ­λα. Και τα δυο α­νή­κουν στην κα­τη­γο­ρία της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Το θέ­μα τους, ω­στό­σο, δεν θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί συγ­γε­νές, ώ­στε να δι­καιο­λο­γεί την κα­τα­φα­νή ο­μοιό­τη­τα στα ε­ξώ­φυλ­λα. Το μό­νο κοι­νό τους ση­μείο εί­ναι το ό,τι και στα δυο τον πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο τον έ­χει γυ­ναί­κα. Οπό­τε και δεν θα ξέ­νι­ζε έ­να ε­ξώ­φυλ­λο σχε­δια­σμέ­νο με βά­ση τη φω­το­γρα­φία μιας ο­ποιασ­δή­πο­τε θη­λυ­κής ύ­παρ­ξης. Όμως, στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, τα δυο ε­ξώ­φυλ­λα συ­μπί­πτουν σχε­δόν α­πό­λυ­τα στη βα­σι­κή τους ι­δέα. Και τα δυο δεί­χνουν μια γυ­ναί­κα, πε­ρί­που α­πό το ύ­ψος των γο­φών και κά­τω, σε κί­νη­ση δι­στα­κτι­κού βη­μα­τι­σμού. Αυ­τό, α­κρι­βώς, το στοι­χείο της η­μί­τμη­της γυ­ναι­κείας φι­γού­ρας εί­ναι που α­να­κα­λεί μια φω­το­γρα­φία του γνω­στού ούγ­γρου φω­το­γρά­φου Αντρέ Κερ­τέζ. Σε κεί­νη τη φω­το­γρα­φία ει­κο­νί­ζε­ται μια γυ­ναι­κεία φι­γού­ρα να α­νε­βαί­νει μια σκά­λα. Μό­νο που η φω­το­γρα­φία του Κερ­τέζ πα­ρου­σιά­ζει μια α­προσ­δό­κη­τη προο­πτι­κή. Η φι­γού­ρα βρί­σκε­ται στη μέ­ση της σκά­λας και βη­μα­τί­ζο­ντας, το ά­νω μέ­ρος του σώ­μα­τος, δη­λα­δή ο κορ­μός, έ­χει αι­νιγ­μα­τι­κά ε­ξα­φα­νι­στεί. Εξ ου και ο τίτ­λος της φω­το­γρα­φίας «Η ε­ξα­φά­νι­ση». Κα­τά τα άλ­λα, η φω­το­γρα­φία του Κερ­τέζ εί­ναι τρα­βηγ­μέ­νη α­πό κά­ποια α­πό­στα­ση σε κά­δρο αυ­στη­ρού προ­φί­λ, ε­νώ οι φω­το­γρα­φίες των δυο ε­ξω­φύλ­λων εί­ναι τρα­βηγ­μέ­νες α­πό πιο κο­ντι­νή α­πό­στα­ση σε με­τω­πι­κό κά­δρο εκ των ό­πι­σθεν. Ωστό­σο, δια­φέ­ρουν ου­σια­στι­κά με­τα­ξύ τους ως προς την ε­ξα­φά­νι­ση της γυ­ναι­κείας σι­λουέ­τας. Στη μία γί­νε­ται κα­τά μα­γι­κό τρό­πο ε­ντός του κά­δρου, ε­νώ στα δύο ε­ξώ­φυλ­λα έ­χει α­πο­κο­πεί στο photoshop ή στο κα­δρά­ρι­σμα κα­τά τη λή­ψη.
Με βά­ση αυ­τήν την ε­ξαι­ρε­τι­κή, αν ό­χι αρ­χε­τυ­πι­κή, φω­το­γρα­φία του Κερ­τέ­ζ, τρα­βηγ­μέ­νη το 1955, θα μπο­ρού­σε κα­νείς να ει­κά­σει πως κά­ποιος νεό­τε­ρος φω­το­γρά­φος πει­ρα­μα­τί­στη­κε με την ι­δέα της ε­ξα­φά­νι­σης. Το να κα­τα­φεύ­γει κα­νείς σε αρ­χέ­τυ­πα δεν εί­ναι αυ­τό­μα­τα κά­τι το κα­τα­κρι­τέο. Αντι­θέ­τως, συ­νι­στά μια μορ­φή σπου­δής και δια­λό­γου. Αρκεί, ό­μως, να φορ­τί­ζει το α­πο­τέ­λε­σμα με νέο εν­νοιο­λο­γι­κό πε­ριε­χό­με­νο. Δια­φο­ρε­τι­κά μέ­νει κα­θη­λω­μέ­νος στη μί­μη­ση. Πά­ντως, οι φω­το­γρα­φίες που χρη­σι­μο­ποιή­θη­καν για τα δυο ε­ξώ­φυλ­λα δεί­χνουν να προέρ­χο­νται α­πό την ί­δια σει­ρά φω­το­γρα­φιών. Μπο­ρεί να αλ­λά­ζει ο πε­ρι­βάλ­λων χώ­ρος, τα ρού­χα ό­μως εί­ναι πα­ρα­πλή­σια και κυ­ρίως, η κί­νη­ση των γυ­μνών πο­διών. Η α­πο­ρία θα λυ­νό­ταν, αν, ε­κτός α­πό το σχε­δια­στή ε­ξω­φύλ­λου, α­να­φε­ρό­ταν και ο φω­το­γρά­φος. Εξάλ­λου, αυ­τό συμ­βαί­νει, ό­ταν το ε­ξώ­φυλ­λο στη­ρί­ζε­ται σε κά­ποιον ζω­γρα­φι­κό πί­να­κα. Τό­τε η ο­νο­μα­στι­κή α­να­φο­ρά του καλ­λι­τέ­χνη θεω­ρεί­ται ε­πι­βε­βλη­μέ­νη. Βε­βαίως, υ­πάρ­χει και το εν­δε­χό­με­νο η ι­δέα να α­νή­κει στον σχε­δια­στή του ε­ξω­φύλ­λου. Να ή­ταν, δη­λα­δή, αυ­τός, που, ε­πη­ρε­α­σμέ­νος α­πό τον ούγ­γρο φω­το­γρά­φο ε­πε­νέ­βη, κό­βο­ντας τις φω­το­γρα­φίες. Εκτός, βε­βαίως, αν δεχ­θού­με ό­τι τα με­γά­λα φω­το­γρα­φι­κά πνεύ­μα­τα συ­να­ντιού­νται και α­πλώς α­πό δαι­μο­νι­κή τύ­χη ταυ­τί­ζο­νται. Πά­ντως, η συγ­γέ­νεια τό­σο των φω­το­γρα­φιών ό­σο και των ε­ξω­φύλ­λων πα­ρα­μέ­νει.
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι τα ε­ξώ­φυλ­λα υ­πο­γρά­φο­νται α­πό δυο γνω­στές σχε­διά­στριες. Η Βα­σι­λι­κή (Καρ­μί­ρη) φι­λο­τέ­χνη­σε το ε­ξώ­φυλ­λο του πε­ζο­γρα­φή­μα­τος του Θεό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη και, α­ντί­στοι­χα, η Έλλη Πα­γκά­λου του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Ισμή­νης Κα­πά­νταη. Και οι δυο έ­χουν δώ­σει αρ­κε­τά εν­δια­φέ­ρο­ντα ε­ξώ­φυλ­λα σε βι­βλία των εκ­δο­τι­κών οί­κων που συ­νερ­γά­ζο­νται. Τα εν λό­γω δυο ε­ξώ­φυλ­λα θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν υ­παι­νι­κτι­κά ως προς το θέ­μα των βι­βλίων. Θε­μα­τι­κά, στο βι­βλίο του Γρη­γο­ριά­δη, μια γυ­ναί­κα, μό­λις έ­χει ξυ­πνή­σει και πε­ρι­φέ­ρε­ται - για­τί ό­χι ξυ­πό­λυ­τη; - στο α­κα­τά­στα­το φοι­τη­τι­κό δια­μέ­ρι­σμα της κό­ρης της, ό­πως δεί­χνουν και τα πα­ρά­ται­ρα με­τα­ξύ τους έ­πι­πλα της ει­κό­νας. Μό­νο που η η­ρωί­δα του Γρη­γο­ριά­δη εί­ναι μια πε­νη­ντά­ρα Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τισ­σα, ο­πό­τε δεν θα α­να­με­νό­ταν μια τό­σο αέ­ρι­νη σι­λουέ­τα. Αντί­θε­τα, το ο­ρα­τό μέ­ρος της γυ­ναι­κείας φι­γού­ρας και στα δυο ε­ξώ­φυλ­λα α­ντα­πο­κρί­νε­ται στην η­ρωί­δα της Κα­πά­νταη. Μια κο­πέ­λα, που τρι­γυ­ρί­ζει ε­λα­φρο­πα­τώ­ντας σαν γά­τα και κρυ­φα­κού­γο­ντας μυ­στι­κά πί­σω α­πό μι­σό­κλει­στες πόρ­τες. Το εν­δια­φέ­ρον εί­ναι πως και στα δυο βι­βλία υ­πάρ­χει το στοι­χείο της ε­ξα­φά­νι­σης. Όχι, ό­μως, μέ­ρους του σώ­μα­τος των η­ρωί­δων, αλ­λά μέ­σα α­πό α­τυ­χείς συ­γκυ­ρίες έ­χουν α­πω­λέ­σει ή βρί­σκε­ται σε σύγ­χυ­ση έ­να μέ­ρος του ε­σω­τε­ρι­κού τους κό­σμου.
Από ε­κεί και πέ­ρα, μέ­νει ζη­τού­με­νος ο στό­χος ε­νός ε­ξω­φύλ­λου, σε μια ε­πο­χή που το βι­βλίο έ­χει κα­τα­χω­ρη­θεί στα κα­τα­να­λω­τι­κά α­γα­θά και βα­σι­κό μέ­λη­μα ό­λων των συ­ντε­λε­στών μιας έκ­δο­σης εί­ναι η με­γα­λύ­τε­ρη δυ­να­τή α­γο­ρα­στι­κή του ε­πι­τυ­χία. Οπό­τε, ό­σο κα­λαί­σθη­το και να εί­ναι έ­να υ­παι­νι­κτι­κό ε­ξώ­φυλ­λο, μπο­ρεί α­ντ’ αυ­τού να προ­τι­μη­θεί έ­να ε­ντυ­πω­σια­κό έως και προ­κλη­τι­κό. Βε­βαίως, ε­ξαρ­τά­ται και α­πό τον συγ­γρα­φέα, που θέ­λου­με να πι­στεύου­με πως έ­χει τον κύ­ριο λό­γο. Πα­ρά­δειγ­μα, το ε­ξώ­φυλ­λο, που σχε­δία­σε και πά­λι η Πα­γκά­λου, για το μυ­θι­στό­ρη­μα του Αλέ­ξη Στα­μά­τη, που κυ­κλο­φό­ρη­σε ταυ­τό­χρο­να με της Κα­πά­νταη. Ει­κο­νο­γρα­φι­κά κυ­ριαρ­χούν δυο γυ­ναι­κείοι ο­φθαλ­μοί σε γκρο πλαν. Ο συν­δυα­σμός τίτ­λου («Σκό­τω­σε ό,τι α­γα­πάς»), ει­κό­νας ε­ξω­φύλ­λου και κει­μέ­νου στο ο­πι­σθό­φυλ­λο, υ­πο­θέ­του­με πως θα λει­τουρ­γή­σει ως μα­γνή­της για τον υ­πο­ψή­φιο α­γο­ρα­στή.
Όπως και να έ­χει, πρέ­πον αλ­λά και χρή­σι­μο εί­ναι οι σχε­δια­στές να κα­τα­χω­ρούν τα στοι­χεία της φω­το­γρα­φίας, την ο­ποία χρη­σι­μο­ποιούν (χρό­νος - τό­πος - φω­το­γρά­φος). Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, στη στοί­βα των και­νού­ριων βι­βλίων, το πιο προ­βλη­μα­τι­κό ε­ξώ­φυλ­λο, εί­ναι αυ­τό που ε­πι­λέχ­θη­κε για την ε­πα­νέκ­δο­ση της αυ­το­βιο­γρα­φίας του Να­πο­λέ­ο­ντα Λα­πα­θιώ­τη. Κα­θώς οι ε­πεμ­βά­σεις στη φω­το­γρα­φία κα­τά τον σχε­δια­σμό του εί­ναι ε­λά­χι­στες, η α­να­φο­ρά της ταυ­τό­τη­τας της φω­το­γρα­φίας θα έ­πρε­πε να κρι­θεί α­πα­ραί­τη­τη. Αν μην τι άλ­λο, μή­πως και προϊδέ­α­ζε για το σκε­πτι­κό με το ο­ποίο ε­πι­λέχ­θη­κε. Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι κά­θε ε­ξώ­φυλ­λο φι­λο­δο­ξεί μέ­σω της ει­κό­νας να μορ­φο­ποιή­σει με­τα­φο­ρι­κά κά­ποιο α­πό τα κύ­ρια πρό­σω­πα ή κά­ποια στιγ­μή κο­ρύ­φω­σης της α­φή­γη­σης. Με άλ­λα λό­για, προϋπο­θέ­τει στον σχε­δια­σμό διεισ­δυ­τι­κό­τη­τα στο πε­ριε­χό­με­νο του βι­βλίου. Σε α­ντί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση, το ε­ξώ­φυλ­λο έ­χει μό­νο δια­κο­σμη­τι­κή διά­στα­ση. Εδώ, δια­κρί­νο­νται λαϊκοί τύ­ποι, με τις βα­λί­τσες τους πα­ρα­τε­ταγ­μέ­νες στο πε­ζο­δρό­μιο, σε στιγ­μή α­να­μο­νής, ε­νώ έ­νας εξ αυ­τών, γυ­ρι­σμέ­νος πλά­τη στο φα­κό, φαί­νε­ται να συ­νο­μι­λεί μα­ζί τους. Απο­ρού­με τι μπο­ρεί να υ­πο­δη­λώ­νει το ε­ξώ­φυλ­λο, σε σχέ­ση πά­ντα με το πε­ριε­χό­με­νο του βι­βλίου και αυ­τό να συ­νι­στά με την πρώ­τη μα­τιά δέ­λε­αρ για τον υ­πο­ψή­φιο α­γο­ρα­στή. Όποιο συ­σχε­τι­σμό και να κά­νει κα­νείς, τα στοι­χεία που συν­θέ­τουν το φω­το­γρα­φι­κό στιγ­μιό­τυ­πο δεν α­ντα­πο­κρί­νο­νται στον αυ­το­βιο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα του βι­βλίου, ού­τε στον ε­κλε­πτυ­σμέ­νο χα­ρα­κτή­ρα του Λα­πα­θιώ­τη. Πρό­κει­ται για “φω­το­γρα­φία δρό­μου”, με νε­ο­ρε­α­λι­στι­κά γνω­ρί­σμα­τα, τα ο­ποία πα­ρα­πέ­μπουν θε­μα­τι­κά στο κοι­νω­νι­κό πε­δίο μιας ε­πο­χής και σε λαϊκούς τύ­πους εξ ε­παρ­χίας, οι ο­ποίοι βρέ­θη­καν σε α­στι­κό χώ­ρο. Διό­λου α­πί­θα­νο να κρύ­βει κά­τι βα­θύ­τε­ρο, το ο­ποίο μας ξε­φεύ­γει, ε­πει­δή ε­μείς μέ­νου­με ε­γκλω­βι­σμέ­νοι στις σε­λί­δες της αυ­το­βιο­γρα­φίας.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Μικροφιλολογώντας

«Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά»
Τεύ­χος 26
Φθι­νό­πω­ρο 2009
Λευ­κω­σία, Κύ­προς

Το μι­κρό­σχη­μο κυ­πρια­κό πε­ριο­δι­κό συ­νε­χί­ζει α­με­τά­βλη­το, πα­ρό­τι οι πα­λαιό­τε­ροι α­πο­τρα­βιού­νται και νεό­τε­ροι Ελλα­δί­τες ει­σέρ­χο­νται στον πυ­ρή­να της συ­ντα­κτι­κής του ο­μά­δας. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του πε­ριο­δι­κού εί­ναι να μην ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε έ­να θέ­μα, αλ­λά να εμ­φα­νί­ζε­ται στα­θε­ρά πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό. Ωστό­σο, στο πρό­σφα­το τεύ­χος, δια­κρί­νε­ται μια μί­νι ε­νό­τη­τα τριών κει­μέ­νων, η ο­ποία, πι­θα­νώς, δη­μιουρ­γή­θη­κε με α­φορ­μή το θέ­μα του συ­νο­δευ­τι­κού τευ­χι­δίου των «Τε­τρα­δίων», που συ­νι­στούν “πα­ράρ­τη­μα” του πε­ριο­δι­κού. Στα «Τε­τρά­δια», ο Λευ­τέ­ρης Πα­πα­λε­ο­ντίου πα­ρου­σιά­ζει τον ά­γνω­στο κύ­πριο ποιη­τή Τά­κη Ζα­χα­ριά­δη. Αντί­στοι­χα, στο κυ­ρίως πε­ριο­δι­κό συ­ζη­τά τους ό­ρους νε­ο­ρο­μα­ντι­σμός και νε­ο­συμ­βο­λι­σμός, κα­θώς και τον ό­ρο με­τα­συμ­βο­λι­σμός, που ε­πι­στρα­τεύει η Έλλη Φι­λο­κύ­πρου στην δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή της. Με τη μορ­φή δια­δο­χι­κών ε­ρω­τη­μά­των στή­νει το “μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κό” του και το κα­τα­λή­γει με το ε­ρώ­τη­μα: «Μή­πως, τε­λι­κά, βο­λεύει πε­ρισ­σό­τε­ρο τις φι­λο­λο­γι­κές μας τα­ξι­νο­μή­σεις ο ό­ρος “με­τα­συμ­βο­λι­σμός”, για να α­ντι­κα­τα­στή­σει τη συν­δυα­στι­κή και ί­σως πλε­ο­να­στι­κή χρή­ση των ό­ρων “νε­ο­ρο­μα­ντι­σμός” και “νε­ο­συμ­βο­λι­σμός”, και για τους λό­γους τους ο­ποίους ε­πι­κα­λεί­ται η Ε. Φι­λο­κύ­πρου, αλ­λά και για­τί ο ό­ρος “με­τα­συμ­βο­λι­σμός” έ­χει κα­το­χυ­ρω­θεί στη διε­θνή ο­ρο­λο­γία για να χα­ρα­κτη­ρί­σει κυ­ρίως την ε­ξέ­λι­ξη του συμ­βο­λι­σμού στη γαλ­λι­κή ποίη­ση;»
Ο Πα­πα­λε­ο­ντίου φαί­νε­ται πως έ­θε­σε αυ­τόν τον προ­βλη­μα­τι­σμό υ­πό­ψη δυο Ελλα­δι­τών, που έ­κρι­νε ως τους πλέ­ον αρ­μό­διους, των ο­ποίων τα κεί­με­να και προ­τάσ­σει: του Γιώρ­γου Αρά­γη και του Κώ­στα Στερ­γιό­που­λου, που εί­ναι ο ει­ση­γη­τής “της νε­ο­ρο­μα­ντι­κής και νε­ο­συμ­βο­λι­κής σχο­λής”. Ο πρώ­τος δη­λώ­νει πως α­γνο­εί την προέ­λευ­ση των δυο ό­ρων και στη συ­νέ­χεια, αμ­φι­σβη­τεί τη συ­γκε­κρι­μέ­νη χρή­ση τους για τους ποιη­τές του ’20. Κα­τ’ αρ­χήν, του φαί­νε­ται πα­ρα­τρα­βηγ­μέ­νος ο ό­ρος σχο­λή και ύ­στε­ρα, ού­τε το “νέο ρο­μα­ντι­σμό” τους δια­κρί­νει ού­τε, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, το “νέο συμ­βο­λι­σμό” τους. Ακρι­βέ­στε­ρα, ως προς το δεύ­τε­ρο σκέ­λος, θεω­ρεί πως οι εν λό­γω ποιη­τές ξε­κί­νη­σαν α­κο­λου­θώ­ντας τους συμ­βο­λι­κούς προ­σα­να­το­λι­σμούς των πα­λαιό­τε­ρων, αλ­λά γρή­γο­ρα στρά­φη­καν “στην ει­λι­κρί­νεια του βιώ­μα­τος”, δη­λα­δή σε μια ποίη­ση που “βγαί­νει α­πό τα πράγ­μα­τα”. Από την πλευ­ρά του ο Στερ­γιό­που­λος, αρ­κεί­ται να πα­ρα­τη­ρή­σει πως έ­χει ε­παρ­κώς και κα­τ΄ ε­πα­νά­λη­ψη πα­ρου­σιά­σει το σκε­πτι­κό του για “τους νε­ο­ρο­μα­ντι­κούς και νε­ο­συμ­βο­λι­κούς” ποιη­τές του με­σο­πο­λέ­μου. Πά­ντως, το­νί­ζει πως μια στρο­φή στα “πράγ­μα­τα” δεν ση­μαί­νει α­να­γκα­στι­κά και α­πο­μά­κρυν­ση α­πό τον συμ­βο­λι­σμό.
Και πράγ­μα­τι, στο τε­λευ­ταίο μέ­ρος της ει­σα­γω­γής του στον τό­μο «Η α­να­νεω­μέ­νη πα­ρά­δο­ση» της “αν­θο­λο­γίας-γραμ­μα­το­λο­γίας” «Η ελ­λη­νι­κή ποίη­ση» (Σο­κό­λης, 1980), που α­να­φέ­ρε­ται στη συ­γκε­κρι­μέ­νη ο­μά­δα ποιη­τών, ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί για τους “χω­ρίς α­στείαν αι­δώ” ποιη­τές, τους αυ­τό­χει­ρες, τους ε­ρα­στές της η­δο­νής και των τε­χνη­τών πα­ρα­δεί­σων, που εί­χαν δι­δα­χτεί τους ποιη­τι­κούς τους τρό­πους α­πό τους “poetes maudits”. Τους ποιη­τές με κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τη “νέα ευαι­σθη­σία”, την ει­λι­κρί­νεια του βιώ­μα­τος και την αί­σθη­ση του α­πτού γε­γο­νό­τος. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, στην πε­ρί­πτω­ση του Τέλ­λου Άγρα, ο Στερ­γιό­που­λος πα­ρα­τη­ρεί: “Η ποίη­σή του εί­ναι μια ποίη­ση μι­κρών πραγ­μά­των, που έ­χουν γί­νει σύμ­βο­λα”. Να θυ­μί­σου­με πως, στην εν λό­γω Γραμ­μα­το­λο­γία, οι ποιη­τές του με­σο­πο­λέ­μου μοι­ρά­ζο­νται σε δυο τό­μους και δυο συγ­γρα­φείς: “στους ποιη­τές της α­να­νεω­μέ­νης πα­ρά­δο­σης”, “για να το πού­με ό­πως το θέ­λει ο ποιη­τής Κώ­στας Στερ­γιό­που­λος”, ο ο­ποίος τους αν­θο­λο­γεί, και στους νεω­τε­ρι­κούς, τους ο­ποίους ε­πι­με­λεί­ται ο Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου. Ο Αρά­γης πα­ρα­πέ­μπει στην Ιστο­ρία του Αργυ­ρίου. Όχι, ό­μως, για να πα­ρα­θέ­σει και την ά­πο­ψη ε­κεί­νου, αλ­λά, α­πλώς, για να αν­τλή­σει έ­να πα­ρά­θε­μα α­πό το πε­ριο­δι­κό «Μού­σα». Η Ιστο­ρία του Αργυ­ρίου δεί­χνει να κα­θιε­ρώ­νε­ται ως βι­βλιο­γρα­φι­κή πη­γή για τα δυ­σκό­λως προ­σβά­σι­μα πα­λαιά λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να, φαί­νε­ται να πα­ρα­γκω­νί­ζε­ται ως ι­στο­ρι­κό έρ­γο. Κι ό­μως, η Ιστο­ρία συ­νει­σφέ­ρει στο ε­πί­μα­χο θέ­μα των νε­ο­ρο­μα­ντι­κών και νε­ο­συμ­βο­λι­στών την ο­πτι­κή ε­νός κα­λού γνώ­στη της ελ­λη­νι­κής ποίη­σης.
Από τα 19 συ­νο­λι­κά κεί­με­να του τεύ­χους, έ­ξι α­κό­μη α­φο­ρούν την ποίη­ση, εί­τε γε­νι­κώς εί­τε ει­δι­κώς, ε­στιά­ζο­ντας σε συ­γκε­κρι­μέ­νους ποιη­τές. Δυο α­πό αυ­τά α­να­φέ­ρο­νται στις ποιη­τι­κές φόρ­μες της μπαλ­λά­ντας και του χαϊκού γραμ­μέ­να, α­ντι­στοί­χως, α­πό τη Μα­ρία Τό­μπρου και τον Χρή­στο Του­μα­νί­δη. Η Τό­μπρου, θέ­λο­ντας να προ­σκο­μί­σει έ­να α­κό­μη πα­ρά­δειγ­μα προς στή­ρι­ξη της υ­πό­θε­σης ερ­γα­σίας, που ε­δώ και χρό­νια έ­χει δια­τυ­πώ­σει, πως η μπαλ­λά­ντα καλ­λιερ­γεί­ται στην Ελλά­δα α­πό τις αρ­χές του 19ου αιώ­να και δεν πρω­το­ει­σά­γε­ται με τον Βι­ζυη­νό, α­να­φέ­ρε­ται στο έρ­γο του Δη­μη­τρίου Βερ­ναρ­δά­κη. Από αυ­τό α­να­σύ­ρει τρεις ποιη­τι­κές συν­θέ­σεις, που, σύμ­φω­να με την ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία της, υ­πά­γο­νται στο συ­γκε­κρι­μέ­νο ποιη­τι­κό εί­δος. Πρό­κει­ται για το ποίη­μα «Η Ψυ­χή», που ο δε­κα­ο­κτα­ε­τής Βερ­ναρ­δά­κης δη­μο­σίευ­σε ψευ­δω­νύ­μως το 1851, τη με­τά­φρα­ση της “μπαλ­λά­ντας” «Οι α­δελ­φοί» του Πωλ Γιό­χαν Χάϊσε, που πρω­το­δη­μο­σίευ­σε το 1863, και έ­να ποίη­μα, γνω­στό ως το «Άσμα γύ­φτισ­σας», α­πό το προ­τε­λευ­ταίο έμ­με­τρο δρά­μα του, «Ευ­φρο­σύ­νη», που α­νέ­βη­κε στο θέ­α­τρο το 1876.
Κα­τά τα άλ­λα, ο Βερ­ναρ­δά­κης έ­γρα­ψε, στο μα­κρύ διά­στη­μα σχε­δόν μι­σού αιώ­να, ε­πτά έμ­με­τρα δρά­μα­τα, τα ο­ποία ό­λα πλην ε­νός α­νε­βά­στη­καν, ε­πί­σης, ό­λα πλην ε­νός τυ­πώ­θη­καν. Ωστό­σο, στους δια­γω­νι­σμούς δεν ευ­τύ­χη­σαν, κά­ποια μό­νο ε­παι­νέ­θη­καν και άλ­λα α­πορ­ρί­φθη­καν. Σε α­ντί­θε­ση με τον, κα­τά τρία χρό­νια νεώ­τε­ρό του ποιη­τή Αντώ­νιο Αντω­νιά­δη, που, χρό­νο πα­ρά χρό­νο, βρα­βευό­ταν, κι ας σχο­λία­ζε την ποίη­σή του ει­ρω­νι­κά ο Ροΐδης. Τα σα­τι­ρι­κά δί­στι­χα, συ­νο­λι­κά πέ­ντε τον α­ριθ­μό, που α­ντάλ­λα­ξαν, το 1877, Αντω­νιά­δης και Ροΐδης, α­πο­τε­λούν το α­ντι­κεί­με­νο ε­νός άλ­λου “μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κού” του Σω­τή­ρη Τσέ­λι­κα. Κι αυ­τό, για­τί τα τέσ­σε­ρα α­πό αυ­τά εί­ναι ψευ­δώ­νυ­μα και ως γνω­στόν, τα ψευ­δώ­νυ­μα ε­ρε­θί­ζουν το “α­στυ­νο­μι­κο” δαι­μό­νιο των ε­ρευ­νη­τών. Πολ­λές ει­κα­σίες δια­τυ­πώ­θη­καν, ό­μως την ο­ρι­στι­κή α­πά­ντη­ση την δί­νει ο Πα­λα­μάς.
Ο Πα­λα­μάς, μα­ζί με τον Ξε­νό­που­λο, εί­ναι οι δυο συγ­γρα­φείς, που κά­νουν εύ­κο­λη τη ζωή των ση­με­ρι­νών ε­ρευ­νη­τών. Κα­θώς μα­κρο­η­μέ­ρευ­σαν, συ­μπτω­μα­τι­κά και οι δυο έ­φθα­σαν μέ­χρι τα 84, εί­χαν την ευ­χέ­ρεια να γρά­ψουν για τον ε­αυ­τό τους και την ε­πο­χή τους. Μέ­νει, βε­βαίως, ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο οι νεό­τε­ροι ε­ντρυ­φούν στα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά κεί­με­να των πα­λαιό­τε­ρων. Για πα­ρά­δειγ­μα, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ε­ρευ­νη­τές συμ­βου­λεύο­νται την αυ­το­βιο­γρα­φία του Ξε­νό­που­λου, ό­πως πα­ρα­τί­θε­ται στον πρώ­το τό­μο των Απά­ντων του, εί­τε του εκ­δο­τι­κού οί­κου Μπί­ρη εί­τε του με­τέ­πει­τα, των Αδελ­φών Βλάσ­ση. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για μια κο­λο­βή αυ­το­βιο­γρα­φία, που εκ­δό­θη­κε με­τά το θά­να­τό του, κα­τά την κρί­ση και την βο­λή των εκ­δο­τών. Κι ό­μως, ο Ξε­νό­που­λος, ό­χι μια αλ­λά τρεις αυ­το­βιο­γρα­φίες συ­νέ­γρα­ψε μέ­σα σε μια ει­κο­σα­ε­τία. Και τις τρεις φο­ρές σε συ­νέ­χειες, ό­πως και τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του, δη­μο­σιευ­μέ­νες σε τρεις δια­φο­ρε­τι­κές ε­φη­με­ρί­δες. Κά­θε φο­ρά ξε­κι­νού­σε α­πό την αρ­χή, αλ­λά μό­νο την τε­λευ­ταία ευ­τύ­χη­σε να την ο­λο­κλη­ρώ­σει. Κι αυ­τή η τρί­τη εκ­δο­χή στά­θη­κε το πρω­τό­τυ­πο για την έκ­δο­ση. Μό­νο που, ό­πως ση­μειώ­να­με στην πα­ρου­σία­ση σχε­τι­κής με­λέ­της, ο εκ­δό­της ε­πε­νέ­βη πε­ρι­κό­πτο­ντας το κεί­με­νο και α­πα­λεί­φο­ντας τις ση­μειώ­σεις προς ε­πί­τευ­ξη ε­νός γλα­φυ­ρού α­πο­τε­λέ­σμα­τος. Επί­σης, α­φαί­ρε­σε κά­ποιες α­πό τις προ­σω­πι­κές διε­νέ­ξεις του Ξε­νό­που­λου, θεω­ρώ­ντας πως μπο­ρού­σαν να α­πο­βούν ε­πι­ζή­μιες για την υ­στε­ρο­φη­μία του.
Σε αυ­τές τις δια­δο­χι­κές αυ­το­βιο­γρα­φή­σεις του, ο Ξε­νό­που­λος, με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, α­να­φέ­ρει και τον φί­λο του Μι­χά­λη Γιαν­νου­κά­κη α­πό την πα­ρέα του Ζα­κύν­θιου λό­γιου Χρή­στου Χιώ­τη και του πε­ριο­δι­κού του «Εκλε­κτά Μυ­θι­στο­ρή­μα­τα». Δι­κό του ή­ταν το φι­λο­λο­γι­κό ψευ­δώ­νυ­μο Αί­σω­πος, που το εί­χε πρω­το­χρη­σι­μο­ποιή­σει στην «Διά­πλα­σιν των Παί­δων». “Με αυ­τό με­τέ­φρα­σε το «Κομ­μέ­νο χέ­ρι» του Μπουα­γκο­μπαί δια τα «Εκλε­κτά», με αυ­τό ε­δη­μο­σίευ­σεν και με­ρι­κά πρω­τό­τυ­πα διη­γη­μα­τά­κια, -έ­να μά­λι­στα, το «Εύα», μιας στή­λης πράγ­μα, για γού­στο, το ε­γρά­ψα­μεν σε συ­νερ­γα­σία και υ­πάρ­χει δη­μο­σιευ­μέ­νο, υ­πό τα ο­νό­μα­τα Αι­σώ­που-Πα­ληού- και με αυ­τό ε­τύ­πω­σε τό­τε το κομ­ψό­τε­ρο, το νο­στι­μώ­τε­ρο βι­βλια­ρά­κι που μπο­ρεί­τε να φα­ντα­σθεί­τε. Ήτο μια συλ­λο­γή μι­κρών, ε­λα­φρών και α­νοι­κτών λι­γά­κι διη­γη­μά­των με τον τίτ­λον «Έρως και Σία»”. Αυ­τά γρά­φει ο Ξε­νό­που­λος, πα­ρα­τη­ρώ­ντας πως, πριν τον κερ­δί­σει τον Γιαν­νου­κά­κη ο “Κερ­δώος”, πρό­λα­βε να γρά­ψει δυο τρεις κω­μω­δίες σε συ­νερ­γα­σία με τον Νί­κο Λά­σκα­ρη, με­τα­ξύ των ο­ποίων την πα­σί­γνω­στη «Στα Πα­ρα­πήγ­μα­τα» και να με­τα­φρά­σει κά­ποια θε­α­τρι­κά. “Δια του Γιαν­νου­κά­κη ει­σήχ­θη το πρώ­τον στην Ελλά­δα ο μέ­γας νορ­βη­γός δρα­μα­τουρ­γός, Ερρί­κος Ίψεν.”
Κλεί­νο­ντας τα «Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά», να ση­μειώ­σου­με και σε αυ­τό το τεύ­χος την πα­ρου­σία δυο μό­νι­μων συ­νερ­γα­τών του πε­ριο­δι­κού: του Γιώρ­γου Κε­χα­γιό­γλου και του Σάβ­βα Παύ­λου, που πα­ρα­μέ­νει και στην συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή. Ο πρώ­τος, έ­χο­ντας ξε­φύ­γει α­πό τις αν­θρω­πο­φα­γι­κές δια­θέ­σεις εχ­θρών τε και προ­στα­τευό­με­νών του, δια­σκε­δά­ζει ως άλ­λος Αστρο­πο­λί­της, α­να­ζη­τώ­ντας τον α­στρι­κό Σεί­ριο στην ελ­λη­νι­κή ποίη­ση. Ο δεύ­τε­ρος συγ­γρά­φει κεί­με­νο με τον τίτ­λο « Η Φό­νισ­σα στην Ασία», το ο­ποίο προ­τι­μού­με να μην σχο­λιά­σου­με, φο­βού­με­νοι μην και τον εκ­θέ­σω­μεν στην μή­νιν των πά­ντο­τε θα­λε­ρών φε­μι­νι­στριών, συ­νερ­γα­τών τε και α­να­γνω­στριών της ε­φη­με­ρί­δας μας.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου